Αναλυτικά, τα μέλη του Β. Τμήματος του Ανώτατου Δικαστηρίου, με πρόεδρο τον αντιπρόεδρο Κωνσταντίνο Κουσούλη και εισηγητή τον πάρεδρο Χρήστο Νέγρη, στην υπ΄ αριθμ. 601/2025 απόφασή τους, επισημαίνουν, μεταξύ άλλων ότι η προσβαλλόμενη εγκύκλιος, η οποία «έχει κανονιστικό χαρακτήρα» δεν έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αλλά έχει αναρτηθεί μόνο στο διαδίκτυο (ΔΙΑΥΓΕΙΑ) και έχει τεθεί σε εφαρμογή, «επομένως είναι μη νόμιμη, ανυπόστατη και ακυρωτέα για λόγους ασφαλείας δικαίου», όπως βάσιμα προβάλλουν οι προσφεύγοντες.
Υπό αυτό το πρίσμα με βάση το σκεπτικό των ανώτατων δικαστικών λειτουργών οι αιτήσεις ακύρωσης που κρίθηκαν από το ΣτΕ πρέπει να γίνουν δεκτές και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη εγκύκλιος, «κατά τα βασίμως προβαλλόμενα», αλλά λόγω της σοβαρότητάς της – όπως παγίως συμβαίνει σε υποθέσεις ανάλογης βαρύτητας – η υπόθεση παραπέμφθηκε προς οριστική κρίση στην Ολομέλεια του ΣτΕ και ορίστηκε εισηγήτρια η σύμβουλος Επικρατείας η Ευσταθία Σκούρα.
Υπενθυμίζεται ότι στο ΣτΕ κατέφυγαν, ζητώντας ακύρωση της εγυκλίου η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Ακινήτων (ΠΟΜΙΔΑ), ο «Σύνδεσμος Εταιρειών Βραχυχρόνιας Μίσθωσης Ακινήτων» και πέντε εταιρείες βραχυχρόνιας μίσθωσης ακινήτων. Ζήτησαν, συγκεκριμένα, τη ακύρωση της υπ΄ αριθμ. Ε2024/9.4.24 εγκυκλίου της ΑΑΔΑΕ με την οποία παρέχονται διευκρινίσεις αναφορικά με τη φορολογική μεταχείριση, από πλευράς φορολογίας εισοδήματος, ΦΠΑ και λοιπών εμμέσων φόρων και τελών, των βραχυχρόνιων μισθώσεων.
Οι προσφεύγοντες υποστήριζαν, μεταξύ των άλλων, ότι από την εφαρμογή της εγκυκλίου πλήττονται άμεσα ή έμμεσα οι ιδιοκτήτες ή οι επικαρπωτές ακινήτων που ασχολούνται με τη διαχείριση των βραχυχρόνιων μισθώσεων των ακινήτων τους, καθώς υποχρεούνται να καταβάλλουν αυτοτελές τέλος επιτηδεύματος για καθένα από τα ακίνητά τους.
Στην επίμαχη εγκύκλιο (παράγραφος 15), μεταξύ των άλλων, αναφέρεται ότι τα ακίνητα που μισθώνονται ή υποεκμισθώνονται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 111 του νόμου 4446/2016 από νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες χωρίς την παροχή άλλων υπηρεσιών, πλην της παροχής κλινοσκεπασμάτων, λογίζονται ως επαγγελματικές εγκαταστάσεις (έδρα και υποκατάστημα) των προσώπων αυτών και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 31 του νόμου 3986/2011 περί επιβολής τέλους επιτηδεύματος. Το ίδιο εφαρμόζεται ανάλογα και για τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία μισθώνουν ή υπεκμισθώνουν 3 ή περισσότερα ακίνητα και αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα.







