• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
17:14 - 04 Οκτ 2006

Πολιτικοί και πολιτική

Κ. Π. Παπαδιοχος

«Στον απόηχο της σκανδαλολογίας των τελευταίων εβδομάδων, δύο είναι τα ζητήματα τα οποία κυριαρχούν πλέον στην πολιτική σκηνή. Το κλίμα πόλωσης που επιχειρεί να καλλιεργήσει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ κ. Γ. Παπανδρέου και τα σενάρια περί πρόωρων εκλογών, τα οποία τροφοδότησαν μέσω «διαρροών», αλλά και oρισμένων αμφίσημων δηλώσεων, κυβερνητικά στελέχη.

Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ είναι προφανές πως επιλέγει την τακτική της οξύτητας, καθώς οι επερχόμενες δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές αποτελούν κομβικό σημείο για την περαιτέρω πορεία του στην ηγεσία του κόμματος: τυχόν αρνητικό αποτέλεσμα θα πυροδοτήσει έναν ακόμη κύκλο εσωστρέφειας στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ, «προδιαγράφοντας» μια νέα ήττα στις προσεχείς εθνικές εκλογές.

Ομως, τα κίνητρα του κ. Γ. Παπανδρέου δεν είναι δυνατόν να συγκαλύψουν τα ελλείμματα της στρατηγικής του. Η πόλωση είναι θεμιτό πολιτικό «εργαλείο» υπό δύο όρους: πρώτον, όταν εδράζεται σε πραγματικά μείζονες παραλείψεις ή αδυναμίες της εκάστοτε κυβέρνησης, και δεύτερον όταν συνοδεύεται από αξιόπιστες εναλλακτικές προτάσεις, για την περαιτέρω πορεία της χώρας. Ομως, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να οικοδομήσει την ακραία ρητορική του κατά της κυβέρνησης στο τρίπτυχο «σκάνδαλα-κατάρρευση της οικονομίας-άλωση του κράτους» χωρίς να έχει προσκομίσει στοιχεία που να τεκμηριώνουν τις καταγγελίες του. Παράλληλα, ο κ. Γ. Παπανδρέου αδυνατεί να εκφέρει θετικό πολιτικό λόγο και είναι χαρακτηριστικό ότι για την εν εξελίξει κρίση στον χώρο της Παιδείας, η διέξοδος η οποία προτείνεται από το ΠΑΣΟΚ είναι η άκριτη υιοθέτηση του συνόλου των αιτημάτων των δασκάλων.

Από την άλλη πλευρά, κυβερνητικά στελέχη συντηρούν είτε ηθελημένα, προκειμένου να μεταβάλουν την πολιτική ατζέντα είτε επειδή εκτιμούν πως όντως διέξοδο στο κλίμα κοινωνικής και πολιτικής πόλωσης που αναπτύσσεται είναι οι εκλογές, σενάρια περί πρόωρης προσφυγής στις κάλπες. Ο εκλογικός αιφνιδιασμός είναι, με βάση τα μεταπολιτευτικά πολιτικά ήθη «προνόμιο» του εκάστοτε πρωθυπουργού, το οποίο αξιοποίησαν τόσο ο Ανδρέας Παπανδρέου όσο και ο κ. Κ. Σημίτης. Ομως, είναι προφανές πως για τη χώρα και την οικονομία είναι άκρως επιζήμιο ένα παρατεταμένο κλίμα πολιτικής ρευστότητας.

Υπ’ αυτήν την έννοια συνιστά πράξη ευθύνης για τον κ. Κ. Καραμανλή και τον κ. Γ. Παπανδρέου, να συμβάλουν εκ των θέσεών τους στην αποκατάσταση ενός λειτουργικού πολιτικού περιβάλλοντος: ο κ. Γ. Παπανδρέου θα πρέπει είτε να στοιχειοθετήσει τις βαρύτατες καταγγελίες του κατά της κυβέρνησης ή να αναθεωρήσει τη στρατηγική της ακραίας πόλωσης. Και ο πρωθυπουργός να παρέμβει, ώστε η εκλογολογία των τελευταίων ημερών, στον βαθμό που εκπορεύεται από κυβερνητικά στελέχη, να τερματιστεί. Οι πολίτες, εξάλλου και κυρίως η κρίσιμη «μάζα» που κινείται περί το κέντρο του πολιτικού φάσματος, δεν έλκονται ούτε από την πρόκληση τεχνητής έντασης ούτε από τη δημιουργία συνθηκών πολιτικής αβεβαιότητας.»
Καθημερινή

Ελίζα Παπαδάκη

«. ..Αλλά και από τώρα, με βάση την πρώτη ενημέρωση από τον υπουργό Οικονομίας, ένα πράγμα είναι βέβαιο: Η κατάρρευση του μύθου ότι στην Ελλάδα έχουμε τάχα μεγάλο κράτος. Το αυξημένο κατά 25% ΑΕΠ που κατέγραψε η αναθεώρηση δεν επηρεάζει διόλου τα δημοσιονομικά μεγέθη, τα δημόσια έσοδα και τις δαπάνες, όπως αναγνώρισε ο κ. Αλογοσκούφης. Αυτό σημαίνει ότι η αναλογία τους στην οικονομία γίνεται σημαντικά μικρότερη. Εάν ως τώρα θεωρούσαμε ότι οι συνολικές δαπάνες της γενικής κυβέρνησης το 2005 στο 46,2% του ΑΕΠ ήταν πολύ κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο (47,5%), πλέον περιορίζονται στο 37%, ένα ποσοστό μεγαλύτερο μόνον από της Ιρλανδίας, της Εσθονίας, της Λετονίας και της Λιθουανίας, που κυμαίνονται μεταξύ 33,7% και 36,2%. Και εκεί βέβαια περιλαμβάνονται οι χαμηλότερες μεταξύ των 25 δημόσιες δαπάνες για την παιδεία, που από το 3,5% του ΑΕΠ συρρικνώνονται στο 2,8%. Τα δε συνολικά έσοδα, που με 41,8% του ΑΕΠ εμφανίζονταν ήδη αισθητά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (45%), πέφτουν στο 33,4%, το χαμηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε. μαζί με τη Λιθουανία (33,1%). Σ