Παύλος Τσίμας
«Οποιος ξέρει έστω και ένα κόμμα εξουσίας στην Ευρώπη, και δη σοσιαλιστικό ή σοσιαλδημοκρατικό, που να μη συντίθεται από διαρκείς διαφωνίες και εντάσεις, τάσεις που σταθερά ή περιστασιακά συγκρούονται και στελέχη που οι φιλοδοξίες τους κονταροχτυπιούνται, ας σηκώσει το χέρι...
Στη Γαλλία, για παράδειγμα, ένα στέλεχος του Σοσιαλιστικού Κόμματος ετέθη επικεφαλής καμπάνιας κατά του κόμματός του και υπέρ του όχι στο Ευρωσύνταγμα, κι όμως είναι σήμερα υποψήφιος να εκπροσωπήσει το κόμμα του στην επικείμενη προεδρική εκλογή - χωρίς η παρουσία του να μειώνει τις πιθανότητες των σοσιαλιστών να κερδίσουν την εκλογή αυτή (με άλλη υποψήφιο). Στην Αγγλία, εξάλλου, ο βασικός συνεργάτης και ανταγωνιστής του Τόνι Μπλερ ούτε στιγμή δεν έκρυψε τις διαφωνίες του ή τη φιλοδοξία να καταλάβει ο ίδιος τη θέση του αρχηγού, χωρίς αυτό να εμποδίσει τους Εργατικούς να κερδίσουν τρεις εκλογικές μάχες.
Ο εσωτερικός διάλογος, οι διαφωνίες, οι τάσεις και οι αντιπαραθέσεις, ακόμη και οι απλοί ανταγωνισμοί των φιλοδοξιών δεν έβλαψαν ποτέ ένα κόμμα εξουσίας ή τη δημοκρατία της οποίας τα κόμματα αποτελούν τα θεσμικά θεμέλια. Το αντίθετο, μάλιστα. Υπό μία προϋπόθεση: Ότι ο διάλογος αυτός είναι ανοιχτός, δημόσιος, στο φως, μπροστά στα μάτια της κοινής γνώμης και με τους κανόνες της δημοκρατίας. Κι όχι διάλογος υπόγειος και παρασκηνιακός, με διαρροές και μισόλογα που καλύπτονται υπό τον μανδύα μιας ηθικολογίας της ενότητας. Από την άποψη αυτή, η πρωτοβουλία Παπανδρέου στο πολύκροτο προχθεσινό Πολιτικό Συμβούλιο στο ΠΑΣΟΚ, παρά τον πρώτο σκανδαλισμό των πιστών, μπορεί και να αποδειχθεί σωτήρια.»
Τα Νέα
K. Π. Παπαδιοχος
«H προχθεσινή σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους συνεδρίαση του Πολιτικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ, υπό τον κ. Γ. Παπανδρέου κατέδειξε με τον πλέον ανάγλυφο τρόπο τους λόγους για τους οποίους το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης υπολείπεται σταθερά της N. Δ. και αδυνατεί να αμφισβητήσει την πολιτική ηγεμονία του πρωθυπουργού κ. Κ. Καραμανλή.
Τα κορυφαία στελέχη του ΠΑΣΟΚ, η φυσική «ηγετική ομάδα» του, πέραν των προσωπικών μεταξύ τους διαπληκτισμών, που αποτελούν μέρος της πολιτικής κουλτούρας του κόμματος, εμφανίσθηκαν να αδυνατούν να συμφωνήσουν: πρώτον, για το κατά πόσο το αποτέλεσμα της αναμέτρησης για την Τοπική Αυτοδιοίκηση συνιστά ήττα της Ν. Δ. και απαρχή αλλαγής του υφιστάμενου πολιτικού σκηνικού. Δεύτερον, σε ποιο βαθμό το ΠΑΣΟΚ, υπό τον κ. Γ. Παπανδρέου έχει επιτύχει να διατυπώνει επαρκή και αποτελεσματικό αντιπολιτευτικό λόγο. Τρίτον, εάν θα έπρεπε η Χαριλάου Τρικούπη να έχει αρθρώσει ολοκληρωμένη πρόταση για την αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος περί μη-κρατικών πανεπιστημίων και να έχει συμβάλει στην άρση του αδιεξόδου στη διένεξη μεταξύ της κυβέρνησης και των δασκάλων.
Με άλλους λόγους, τρία σχεδόν χρόνια μετά την ανάληψη της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ και ενώ ο χρόνος προς τις προσεχείς εθνικές εκλογές κυλάει αντίστροφα, ο κ. Γ. Παπανδρέου δεν έχει διασφαλίσει ένα «μίνιμουμ» συνεννόησης με κεντρικά πολιτικά στελέχη, όπως οι κ. Ευ. Βενιζέλος, Αννα Διαμαντοπούλου -και άλλους οι οποίοι όμως προτίμησαν στη διάρκεια του Πολιτικού Συμβουλίου να «σιωπήσουν» - για τις βασικές παραμέτρους του υφιστάμενου πολιτικού σκηνικού, αλλά και για την επάρκεια των αντιπολιτευτικών κατευθύνσεων του κόμματος. Είναι όμως προφανές, ότι η κοινωνία, και η κρίσιμη μάζα των ψηφοφόρων που κινείται στο μέσο του πολιτικού φάσματος και κρίνει το εκλογικό αποτέλεσμα, επιθυμεί από τα κόμματα εξουσίας, και στη συγκεκριμένη περίπτωση του ΠΑΣΟΚ, πρωτίστως τη διασφάλιση μιας πορείας, με σαφώς προσδιορισμένους στόχους και συνθήκες που θα εγγυώνται την πολιτική σταθερότητα, προκειμένου να τους εμπιστευθεί την ευθύνη διακυβέρνησης της χώρας. Η προχθεσινή «χαοτική» συνεδρίαση του Πολιτικού Συμβουλίου, όπως και η παρασκηνιακή κριτική προς τον κ. Γ. Παπανδρέου όλη την προηγούμενη εβδομάδα, αποτέλεσαν μήνυμα προς την κοινή γνώμη ότι το ΠΑΣΟΚ συνεχίζει να λειτουργεί ως ομοσπονδία «προεστών», και δεν είναι σε θέση να αναλάβει τις ευθύνες της εξουσίας.