Διονύσης Τσακνής
«Η αρχή έγινε από τα Μέσα. Αρχικά, βρέθηκε ένας βολικός χαρακτηρισμός: γνωστοί-άγνωστοι. Στη συνέχεια υιοθετήθηκε ο όρος κουκουλοφόροι. Γι' αυτούς, λοιπόν, υπήρχαν πάντα δύο εξ ίσου αφελείς, πολιτικά, γενικεύσεις.
Η πρώτη, ταυτίζει τον διαδηλωτή με το μαντίλι, την κουκούλα ή το κράνος, με τον χαφιέ ή τον προβοκάτορα. Λάθος μέγα. Ηθελημένο ή αθέλητο δεν έχει σημασία, πάντως λάθος. Οχι βέβαια πως δεν υπάρχουν ανάμεσά τους και μπόλικοι ρουφιάνοι. Θυμάμαι αρκετούς από δαύτους στη δικτατορία, μόνο που τότε δεν φορούσαν κουκούλες, παρά είχαν μαλλιά και γένια, όπως όλοι εμείς οι υπόλοιποι φοιτητές. Ανάμεσά μας «διαδήλωναν», κάνοντας καλά την πληρωμένη τους δουλειά. Αλλά αυτή η εξίσωση, η ταύτιση -πώς να το πω- είναι παράλογη. Αραγε, οι εκατοντάδες χιλιάδες εξεγερμένοι νέοι της Γαλλίας τον προηγούμενο χρόνο με τα μαντίλια στο πρόσωπο, ήταν πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών; Ποιος θα απαντήσει θετικά!!!
Δεν είμαι σίγουρος, αλλά μπορώ να υποθέσω τους λόγους για τους οποίους με προθυμία κάποιοι ταυτίζουν τους κουκουλοφόρους μόνον με μέλη εξτρεμιστικών οργανώσεων. Το γεγονός πως μπορεί να είναι νέοι με μια προωθημένη συγκρουσιακή αντίληψη, (ακραία έστω) που προφανώς όμως εξηγείται στο πλαίσιο της κοινωνιολογίας ή της πολιτικής επιστήμης, τους διαφεύγει εντέχνως. Αυτή είναι η δεύτερη γενίκευση και δεν είναι απλώς πολιτικά αφελής. Είναι και αρκετά ύποπτη. Και τη χαρακτηρίζω έτσι, διότι είναι αυτή ακριβώς που αποτελεί τη θεωρητική βάση, το άλλοθι -αν θες- που χρειάζεται ο υπουργός για να κηρύξει τον πόλεμο στον στρατό των «ένοπλων ανταρτών». Με τις γνωστές μεθόδους, αλλά με άγνωστες συνέπειες.
Οχι, δεν θα χαρακτήριζα ποτέ τον κύριο Πολύδωρα πολιτικά αφελή. Κάτι τέτοιο θα ήταν πέρα για πέρα άδικο και για κείνον, αλλά και για το κίνημα εναντίον της ένστολης κρατικής βίας. Είναι ο πλέον σοβαρός εκπρόσωπος της Δεξιάς και ένας επικίνδυνος πολιτικός αντίπαλος. Και θα γίνεται ακόμα πιο επικίνδυνος όσο αντιμετωπίζεται από κάποιους ημιαμόρφωτους ως γραφικός, ως ολίγον ποιητής, ως τάχα γλωσσαμύντορας και αρκούντως αρχαιολάτρης.»
Ελευθεροτυπία
Παντελης Μπουκαλας
«Ποια γνώμη μπορεί να έχει για τα αρθρόποδα καρκινοειδή ένας άνθρωπος που οι γαρίδες τού προκαλούν αλλεργία εμπειρικώς και ιατρικώς διαπιστωμένη; Τη χειρότερη, βέβαια. Και το μόνο που εύχεται, φωναχτά κι από μέσα του, είναι να εξαφανιστούν αυτά τα άθλια ζωντανά, ώστε να μην τσακίζονται τα νεύρα του κάθε φορά που βλέπει τους φίλους του να τα γεύονται με πειρακτικά γρυλίσματα ικανοποίησης. Κατ αναλογίαν, ποια γνώμη μπορεί να έχει για τις διαδηλώσεις κάποιος που δεν κατέβηκε ποτέ του στο δρόμο με άλλους μαζί, ομήλικους ή ομοϊδεάτες του, είτε ως μαθητής είτε ως φοιτητής είτε ως εργαζόμενος; Το πιο πιθανό είναι ότι θα δυσφορεί, θα παθαίνει αλλεργία και μόνο στο άκουσμα της λέξης «διαδήλωση» (αλλά και «συνέλευση» και «απεργία» και «κατάληψη») ή τέλος πάντων βλέποντας εικόνες της από βίντεο. Αν τώρα άνθρωποι όπως αυτός, με τόσο ισχυρές προκαταλήψεις, τυχαίνει να συγκαταλέγονται στους διαμορφωτές της κοινής γνώμης, για το μόνο που δεν θα νοιαστούν είναι η αντικειμενικότητα και η αμεροληψία.
Ιδεολογικό πλάσμα είναι βέβαια ο άνθρωπος, αυτό το «κοινωνικόν ζώον» της αριστοτελικής παράδοσης. Κρίνει, αξιολογεί, αποφασίζει, συμπεραίνει με βάση τα πιστεύω του, που δεν δημιουργούνται από το μηδέν και εν κενώ αλλά έχουν σχέση και με ανάγκες, επιθυμίες και συμφέροντα υλικού περιεχομένου. Οσοι πάντως έχουν λάβει μέρος σε πέντε συνελεύσεις στη ζωή τους ή σε δέκα συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις, όσοι δηλαδή ενέταξαν (ή και υπέταξαν) κάποιες φορές το εγώ τους σε κάποιο εμείς, είναι πολύ πιθανό να κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν είναι οι μοναδικοί κάτοχοι και εκφραστές της αλήθειας και ότι ο κόσμος δεν είναι ένας κύκλος με ηγεμονικό κέντρο την αφεντιά τους.
Το ότι υπάρχουν άνθρωποι στον Τύπο, τον ηλεκτρονικό και τον γραπτό, που οι διαδηλώσεις (ή, εν γένει, η εν δράσει κοινωνία) τους προκαλούν αλλεργία, ίσως επειδή ποτέ δεν ενδιαφέρθηκαν για ό, τι εννοούμε ως «κοινά», έχει γί