• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
23:05 - 27 Μαρ 2007

Τα κρυφά ομόλογα της κυβέρνησης

Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος

«Αν δεν κάνω λάθος, ήδη ο Σ. Τσιτουρίδης έχει κάνει μία αγωγή, έχει ανακοινώσει ότι θα κάνει άλλη μία και έχει απειλήσει πως θα κάνει κι άλλες αν και όταν κρίνει ότι χρειάζεται, θεωρώντας ότι έτσι προστατεύει την τιμή και την αξιοπρέπειά του. Με την ίδια λογική κινήθηκε πριν από μερικές μέρες και ο Γ. Βουλγαράκης ύστερα από δημοσιεύματα που αφορούν τα περιουσιακά στοιχεία της οικογένειάς του και ιδιαίτερα την επαγγελματική δραστηριότητα της συμβολαιογράφου συζύγου του. Ετσι έκριναν, έτσι έκαναν. Οπως και άλλοι εκπρόσωποι, άλλωστε, της «γαλάζιας» διακυβέρνησης που θεώρησαν ότι η απειλή επιβολής εξοντωτικών χρηματικών ποινών αποτελεί πειστικό μέσο προστασίας της τιμής και της αξιοπρέπειάς τους.

Δικαίωμά τους, βεβαίως, να το κάνουν, αφού ο νόμος τούς το επιτρέπει κι αφού η ΕΣΗΕΑ δεν έχει αναγάγει σε μείζον πρόβλημα του κλάδου την ανάγκη κατάργησης της τυποκτόνου αυτής διάταξης. Τι καταφέρνουν, όμως; Ακυρώνουν μήπως οι αγωγές του Τσιτουρίδη τα ψέματα με τα οποία βομβάρδισε την κοινή γνώμη στη γνωστή τηλεοπτική συνέντευξή του ή πιστεύει ο Βουλγαράκης ότι η αγωγή είναι πειστικότερη απάντηση απ ό,τι ενδεχομένως θα ήταν η δημοσιοποίηση στοιχείων που θ αποδείκνυαν πως είναι άδικες οι κατηγορίες που του προσάπτονται;

Οχι πως θεωρώ ότι η προσφυγή στη Δικαιοσύνη δεν πρέπει να επιστρατεύεται από τους πολιτικούς. Οταν, όμως, οι πολιτικοί προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη θα πρέπει να επιλέγουν την ποινική διαδικασία, γιατί μόνο μέσω αυτής μελετάται η όποια υπόθεση διεξοδικά και σε βάθος και αποδεικνύεται πέρα από κάθε αμφισβήτηση η βασιμότητα ή μη των καταγγελιών. Ολες οι άλλες πρακτικές αφήνουν σκιές, οι οποίες το μόνο που κάνουν είναι να ενισχύουν την αναξιοπιστία του πολιτικού κόσμου στα μάτια της κοινής γνώμης. Ιδιαίτερα, όταν ο πολιτικός απειλεί τον δημοσιογράφο με μια ποινή, η οποία είναι αντικειμενικά εξοντωτική, όπως όλο και συχνότερα συμβαίνει.

Οι πολίτες θέλουν την αλήθεια και τίποτα λιγότερο. Και οι πολιτικοί οφείλουν να αποδεικνύουν ότι το ίδιο επιδιώκουν και επιθυμούν.»
Εθνος

Θανος Oικονομοπουλος

«...Δεν μπορεί παρά να δημιουργεί προβληματισμό το ότι, όπως αποκαλύφθηκε από το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ και δεν διαψεύσθηκε, με νομοθέτημα του Σεπτεμβρίου 2006, ο έλεγχος της διαχείρισης των αποθεματικών των Ταμείων (αντικείμενο της ειδικής επιτροπής της Τραπέζης της Ελλάδος, που από τον Μάρτιο του 2004 δεν συνεδρίασε παρά... δύο μόνο φορές!) πέρασε στις αρμοδιότητες του ειδικού γενικού γραμματέα του υπουργείου Απασχόλησης. Και σχεδόν ταυτόχρονα, με απόφαση του κ. Τσιτουρίδη που απεστάλη προς όλες τις διοικήσεις των ασφαλιστικών Ταμείων, οι διοικήσεις αυτές υποχρεώνονταν να ενημερώνουν το υπουργείο για ΟΛΕΣ τις σχετικές αποφάσεις τους. Και είναι τουλάχιστον απορίας άξιον πώς η κυβέρνηση διατείνεται ότι «δεν γνώριζε» τις αλλαγές των ομολόγων και τις πράξεις και ότι «οι διοικήσεις των Ταμείων είναι οι μόνες υπεύθυνες».
...
Δεν πολυκαταλαβαίνουμε τι ακριβώς εννοεί ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα πως «οι έρευνες θα προχωρήσουν στη βάση των αρχών που δημιούργησε και θεσμικά θωράκισε η κυβέρνηση…». Πότε ακριβώς το «δημιούργησε» και το «θωράκισε»; Τα μέτρα που αποφασίστηκαν πριν από λίγες μέρες και τέθηκαν σε άμεση εφαρμογή ελήφθησαν ΑΦΟΥ είχε αποκαλυφθεί η σκανδαλώδης υπόθεση του ΤΕΑΔΥ με τις υπέρογκες μίζες και τις προμήθειες στις περίεργες αγοραπωλησίες του συγκεκριμένου ομολόγου. Και να πει κανείς πως η σημερινή κυβέρνηση «έπεσε από τα σύννεφα»; Οπως αποκαλύφθηκε ήδη από τον… Μάιο του 2004, ο τότε υπουργός Απασχόλησης είχε επίσημα και δημόσια ομολογήσει πως «το θεσμικό πλαίσιο ελέγχου και εποπτείας της διαχείρισης των αποθεματικών των ασφαλιστικών Ταμείων θέλει πλήρη αλλαγή και εκσυγχρονισμό…– και όμως, πέρασαν τρία ολόκληρα χρόνια πλήρους απραξίας και έπρεπε να «σκάσει» η υπόθεση του ΤΕΑΔΥ, να αποκαλυφθούν οι… «βόλτες» των εκατομμυρίων ευρώ σε… βαλίτσες, να αποδειχθεί πως το Ταμείο πλήρωσε «κερατιάτικα» 5 εκατ. ευρώ για ένα ομόλογο Δημοσίου που μπορούσε να αγοράσει φθηνότερα