Ο κλάδος, σύμφωνα με την Optima, αναμένεται να αποδίδει μεσοπρόθεσμα αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων (RoTE) της τάξης του 13%-16,5% έως το 2028, ενώ εκτιμάται ότι τα κέρδη ανά μετοχή (EPS) θα αυξάνονται με μέσο ετήσιο ρυθμό περίπου 10% έως το 2028. Η ανάπτυξη αυτή θα στηριχθεί κυρίως από ισχυρή αύξηση των δανείων (υψηλά μονοψήφια ποσοστά) και από τη μεγαλύτερη συνεισφορά των προμηθειών στα έσοδα. Παράλληλα, τα πλεονάζοντα κεφάλαια που δημιουργήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη παραγωγή κεφαλαίου, θα οδηγήσουν σε αυξημένες διανομές προς τους μετόχους. Παρότι οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν παρόμοια κερδοφορία και ισχυρότερες προοπτικές ανάπτυξης σε σχέση με τις τράπεζες της Νότιας Ευρώπης, εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με έκπτωση, γεγονός που αφήνει περιθώρια περαιτέρω ανόδου των μετοχών τους.
Η κερδοφορία ως βασικός πυλώνας του επενδυτικού σεναρίου
Οι ελληνικές συστημικές τράπεζες αναμένεται να επιτύχουν υψηλή μονοψήφια αύξηση του δανειακού τους χαρτοφυλακίου (περίπου 5%-7% ετησίως), κυρίως λόγω της χρηματοδότησης επιχειρήσεων και επενδύσεων. Η αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους βασίζεται πλέον περισσότερο στην αύξηση των χορηγήσεων παρά στη διεύρυνση των περιθωρίων, τα οποία σταθεροποιούνται. Ταυτόχρονα, τα έσοδα από προμήθειες αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία, αυξανόμενα με υψηλό μονοψήφιο ρυθμό, χάρη στις προμήθειες που συνδέονται με τη χορήγηση δανείων, την ανάπτυξη του bancassurance (τραπεζοασφαλιστικά προϊόντα) και τη διαρθρωτική στροφή προς υπηρεσίες διαχείρισης περιουσίας (asset management).
Σε συνδυασμό με την κορυφαία λειτουργική αποδοτικότητα (δείκτης κόστους προς έσοδα περίπου 35%-36%) και το περιορισμένο κόστος κινδύνου (40-50 μονάδες βάσης), οι παράγοντες αυτοί στηρίζουν διατηρήσιμες αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων σε επίπεδα μέσης δεκαετίας και διψήφια αύξηση των κερδών ανά μετοχή.
Οι διανομές κεφαλαίου ως νέος πυλώνας αποδόσεων για τους μετόχους
Οι διανομές κεφαλαίου αναδεικνύονται σε βασικό παράγοντα δημιουργίας αξίας για τους μετόχους. Οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν δείκτες κεφαλαίων CET1 σημαντικά υψηλότερους από τις εποπτικές απαιτήσεις, ενώ η ισχυρή οργανική δημιουργία κεφαλαίου διασφαλίζει τη βιωσιμότητα των διανομών.
Οι διοικήσεις επικεντρώνονται στη βελτιστοποίηση της κεφαλαιακής τους δομής μέσω της μείωσης του πλεονάζοντος κεφαλαίου, γεγονός που επιτρέπει σημαντική αύξηση των αποδόσεων προς τους μετόχους. Οι αποδόσεις από διανομές (payout yields) εκτιμάται ότι θα κυμανθούν μεταξύ 6% και 9% κατά την επόμενη τριετία. Σημαντικό είναι επίσης ότι η σύνθεση των διανομών μετατοπίζεται σταδιακά προς τα μετρητά μέσω μερισμάτων και λιγότερο προς τις επαναγορές ιδίων μετοχών, ενισχύοντας την προβλεψιμότητα και την ελκυστικότητα για επενδυτές που αναζητούν εισόδημα.
Καταλύτες ανόδου και κίνδυνοι
Παρά τη γεωπολιτική αβεβαιότητα, τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου του 2026 επιβεβαίωσαν τη δυναμική των κερδών, με τις διοικήσεις των τραπεζών να εμφανίζονται βέβαιες για την επίτευξη των στόχων της χρονιάς.
Βασικοί παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε καλύτερες επιδόσεις είναι:
- Πιθανή άνοδος των επιτοκίων λόγω επίμονου πληθωρισμού, που θα ωφελήσει τις τράπεζες λόγω της δομής των ισολογισμών τους και του χαμηλού κόστους καταθέσεων.
- Η ισχυρή ζήτηση επιχειρηματικών δανείων και το πλούσιο επενδυτικό pipeline.
- Η πιθανή ένταξη της ελληνικής αγοράς στις κατηγορίες των ανεπτυγμένων αγορών από δείκτες όπως οι STOXX, FTSE και MSCI, γεγονός που θα μπορούσε να αυξήσει τη ρευστότητα και τις εισροές κεφαλαίων.
- Μια αποκλιμάκωση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή, η οποία θα μείωνε τα ασφάλιστρα κινδύνου.
Οι κυριότεροι κίνδυνοι προέρχονται από τη γεωπολιτική αβεβαιότητα και τον εκλογικό κύκλο, που ενδέχεται να επηρεάσουν το επενδυτικό κλίμα, χωρίς όμως να αλλάζουν τη θεμελιώδη πορεία του κλάδου.
Αποτίμηση: Παραμένει ελκυστική
Οι αποτιμήσεις των ελληνικών τραπεζών εξακολουθούν να θεωρούνται χαμηλές, ενισχύοντας τη θετική επενδυτική άποψη για τον κλάδο. Εκτιμάται ότι υπάρχουν περαιτέρω περιθώρια ανόδου μέσω της συνέχισης της κερδοφορίας, της αυξημένης ορατότητας στις διανομές κεφαλαίου και της πιθανής αναβάθμισης των πολλαπλασιαστών αποτίμησης.
Συγκεκριμένα, οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται με έκπτωση έναντι των τραπεζών της Νότιας Ευρώπης τόσο με βάση τα εκτιμώμενα κέρδη του 2026 (P/E 9x-11x έναντι περίπου 11x) όσο και με βάση την ενσώματη λογιστική αξία (P/TBV 1,09x-1,54x έναντι περίπου 1,95x).
Με βάση τα παραπάνω, η Optima διατηρεί τη σύσταση «Αγορά» (Buy) για το σύνολο του τραπεζικού κλάδου, ενώ παράλληλα προχωρά σε αναβαθμίσεις των τιμών-στόχων για τις ελληνικές τραπεζικές μετοχές.



