Πρόκειται για ένα αδιέξοδο που πρωτίστως ευνοεί την Τεχεράνη, η οποία παρατείνει τις συνομιλίες και μεθοδικά αναβάλλει οποιαδήποτε παραχώρηση που θα υπερέβαινε τις «κόκκινες γραμμές» της.
Δύο εβδομάδες μετά την έναρξη ισχύος του μνημονίου, οι ουσιαστικές συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει. Αντίθετα, οι ΗΠΑ και το Ιράν επανέρχονται σε ζητήματα που υποτίθεται ότι είχαν ήδη διευθετηθεί, όπως το ποιος ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ, αν το Ισραήλ πρέπει να τερματίσει τον πόλεμο στον Λίβανο και η αποδέσμευση ιρανικών περιουσιακών στοιχείων που έχουν παγώσει λόγω αμερικανικών κυρώσεων.
Αυτό το μοτίβο «ένα βήμα μπροστά, δύο πίσω» είναι γνώριμο σε όσους συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Η συμφωνία του 2015, που επιτεύχθηκε επί προεδρίας του Μπαράκ Ομπάμα, χρειάστηκε χρόνια διαπραγματεύσεων, με αλλεπάλληλες διακοπές και επανεκκινήσεις, χωρίς τελικά να αποσπάσει από την Τεχεράνη παραχωρήσεις που θα παραβίαζαν τις βασικές της κόκκινες γραμμές.
«Η ιστορία των διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν από το 2003 δείχνει ότι οι Ιρανοί είναι εξαιρετικά ικανοί να αναβάλλουν τα ευαίσθητα και κρίσιμα πυρηνικά ζητήματα, ενώ ταυτόχρονα διαπραγματεύονται όρους και θέματα που οι ίδιοι προτιμούν», δήλωσε στη Wall Street Journal ο Ρίτσαρντ Νέφιου, πρώην ανώτερος αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ που διαπραγματευόταν επί χρόνια με το Ιράν.
Οι παρατεταμένες συνομιλίες ενδέχεται βέβαια να αποτελέσουν πρόβλημα για τον Τραμπ, ο οποίος το 2020 είχε γράψει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: «Το Ιράν δεν κέρδισε ποτέ πόλεμο, αλλά δεν έχασε ποτέ διαπραγμάτευση!». Ωστόσο, μια επιστροφή στον πόλεμο θα αντέβαινε επίσης στις δημόσιες τοποθετήσεις του κατά των ατέρμονων στρατιωτικών συγκρούσεων. Κατά την προεκλογική εκστρατεία του το 2024 είχε δηλώσει ότι θα «γυρίσει οριστικά τη σελίδα εκείνων των ανόητων, ηλίθιων ημερών των πολέμων χωρίς τέλος».
Τι θα συμβεί στο μέλλον
Καθώς ο Λευκός Οίκος εμφανίζεται αποφασισμένος να αποφύγει την επανέναρξη του πολέμου, αυξάνεται το ενδεχόμενο ενός παρατεταμένου αδιεξόδου, όπου οι συνομιλίες θα συνεχίζονται επ' αόριστον ή θα φθίνουν σταδιακά. Μία τέτοια εξέλιξη φαίνεται να βολεύει και τις δύο πλευρές.
Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έχουν αναγνωρίσει ότι οι συνομιλίες μπορεί να αποτύχουν, αλλά ο Τραμπ έχει πει στους συνεργάτες του ότι, ακόμη και αν οι διαπραγματεύσεις ξεπεράσουν την προθεσμία των 60 ημερών, δεν είναι διατεθειμένος να επιστρέψει στον πόλεμο.
Από την άλλη πλευρά, ο Χαμιντρεζά Αζίζι, ερευνητής στο Γερμανικό Ινστιτούτο Διεθνών Υποθέσεων και Ασφάλειας, εκτιμά ότι, παρά τις καθυστερητικές τακτικές, οι Ιρανοί ηγέτες επιδιώκουν τελικά μια συμφωνία με τις ΗΠΑ που θα μειώσει την οικονομική τους απομόνωση και θα περιορίσει τον κίνδυνο επανέναρξης της σύγκρουσης.
«Χρειάζονται κάτι που, έστω σταδιακά, θα τους επιτρέψει να κυβερνήσουν τη χώρα φυσιολογικά», σημείωσε.
Αν λοιπόν οι εξελίξεις βαλτώσουν, το Ιράν δεν θα χρειαστεί να κάνει σημαντικές παραχωρήσεις στο πυρηνικό του πρόγραμμα, το οποίο επιμένει ότι εξυπηρετεί αποκλειστικά ειρηνικούς σκοπούς. Από την άλλη, η κυβέρνηση Τραμπ δεν θα χρειαστεί να υλοποιήσει την υπόσχεσή της για πλήρη άρση όλων των κυρώσεων κατά του Ιράν, κάτι που θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις στο Κογκρέσο και να προσφέρει σημαντικά οικονομικά οφέλη σε ένα καθεστώς που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα νέα έσοδα για την ανασυγκρότηση των ενόπλων δυνάμεών του και τη χρηματοδότηση των περιφερειακών του συμμάχων.
«Το πιθανότερο είναι ότι αυτό το μνημόνιο κατανόησης θα είναι τόσο η πρώτη όσο και η τελευταία συμφωνία που θα υπογράψουν ποτέ ο Τραμπ και το Ιράν», δήλωσε ο Μάικλ Σινγκ, πρώην διευθυντής για τη Μέση Ανατολή στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας επί προεδρίας Τζορτζ Γ. Μπους.
Και κάπως έτσι η ιδέα του Τραμπ να εμπλακεί στρατιωτικά στη Μέση Ανατολή αποδεικνύεται κακή και αναπόφευκτα θα συμπεριληφθεί στις μεγάλες αποτυχίες της προεδρίας του.



