Το θέμα, όμως, είναι ότι σε ένα τόσο ευρύ και διαδραστικό επικοινωνιακό πεδίο, υπάρχουν - πέραν των σχετικών και ειδικευμένων απόψεων που εκφράζονται κατά καιρούς - και άλλες απόψεις που στερούνται εγκυρότητας και αξιοπιστίας.
Η ανάγκη αυτή όμως, κατά τη γνώμη μου, βασίζεται και σε άλλους τρεις άξονες:
Πρώτον, οι διαχειριστές της διαφήμισης των προϊόντων/υπηρεσιών, θα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι το Internet διαθέτει μια ευρεία γκάμα σοβαρών ειδησεογραφικών αλλά και life style ιστοσελίδων, μέσω των οποίων τους προσφέρεται η δυνατότητα να διαφημίσουν τα brands τα οποία χειρίζονται. Και αυτό, όχι κατ΄ ανάγκην λόγω της οικονομικής κρίσης, αλλά διότι πραγματικά οι ιστοσελίδες αυτές αποτελούν ένα άμεσο, μετρήσιμο και αποτελεσματικό μέσο.
Στο πλαίσιο αυτό, είναι λογικό οι διαφημιστές κάποιων από τα προϊόντα ευρείας κατανάλωσης, να θεωρούν ότι οι αναγνώστες των ιστοσελίδων με πολιτικοοικονομικό περιεχόμενο, δεν είναι ο πυρήνας των καταναλωτών που τους ενδιαφέρει. Δεν θα συμφωνήσω μαζί τους. Παρόλα αυτά, υπάρχουν οι life style ιστοσελίδες, οι οποίες θα έπρεπε να αποτελούν ένα από τα βασικά οχήματα διαφήμισης τέτοιων προϊόντων. Επιπροσθέτως, οι ιστοσελίδες αυτές παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον για τα τραπεζικά προϊόντα, τα premium καταναλωτικά προϊόντα κλπ, αλλά και πολλών ειδών υπηρεσίες.Και δεν χρειαζόταν καμιά κρίση για να γίνει αντιληπτό αυτό, αρκούν τα επιχειρήματα που προσφέρονται από τη διεύρυνση των μέσων επικοινωνίας. Περισσότερα μέσα, περισσότερη κατανομή στα διαφημιστικά κονδύλια.
Φυσικά, για να φθάσουμε σε ποσοστιαία ισομέρεια στη διαφήμιση των προϊόντων/υπηρεσιών, το μεγαλύτερο βάρος φέρουν οι ίδιες οι διαφημιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες πρέπει να συμβουλεύουν σχετικά τους πελάτες τους και να τους εξηγήσουν σαφώς τις δυνατότητες που προσφέρουν οι ενημερωτικές ιστοσελίδες. Και βέβαια δεν πρέπει να τις υποβαθμίζουν ή να τις μπερδεύουν με τα κοινωνικά δίκτυα.
Δεύτερον, οι επιχειρήσεις παραγωγής ή εμπορίας των διαφόρων brands, τουλάχιστον αυτές που διαθέτουν ειδικευμένους γνώστες του διαδικτύου, να συμπεριλάβουν στις έρευνες που κάνουν για τα προϊόντα/υπηρεσίες τους και online σφυγμομετρήσεις, μέσω των οποίων θα εξάγουν τα συμπεράσματα τους. Δηλαδή πόσο ωφέλιμη - λαμβάνοντας πάντα υπόψη τον παράγοντα ROI - είναι η διαφήμιση των προϊόντων/υπηρεσιών τους στις ιστοσελίδες αυτές.
Τέλος, η οικονομική κρίση μπορεί μεταξύ άλλων να ανέδειξε και ένα κενό, που σιγομεγάλωνε εδώ και καιρό στην αντίληψη των διαχειριστών των διαφημιστικών κονδυλίων, μεταξύ των παραδοσιακών μέσων επικοινωνίας και του νέου μέσου που είναι το internet. Αλλά εδώ παρουσιάζεται μια ευκαιρία! Και η ανάγκη για ένα «νέο επικοινωνιακό συμβόλαιο» που πολύ σωστά προτείνει ο Δημήτρης Ρούλιας στο άρθρο του, πρωτίστως πρέπει να στηριχτεί στη βάση ότι “πάνω απ’ όλα, όλοι πρέπει να είναι διατεθειμένοι να «τσαλακωθούν» σε αυτή τη διαδικασία. Και να απεμπολήσουν τον απόλυτο έλεγχο του επικοινωνιακού μηνύματος στον οποίο μας έχει συνηθίσει η προαιώνια μανιέρα του τηλεοπτικού σποτ, της έντυπης καταχώρησης και του κλασικού δελτίου τύπου”!