Οι υπέρμαχοι και οι σκεπτικιστές
Από τους θερμότερους υποστηρικτές του Ευρωομολόγου θεωρείται η Γαλλία. Εξάλλου, ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν έθεσε το ζήτημα μόλις προ λίγων μηνών στο τραπέζι, στο πλαίσιο της στρατηγικής απεξάρτησης. Ακόμη πιο πρόσφατη είναι η πρωτοβουλία του Ισπανού υπουργού Οικονομικών, Κάρλος Κουέρπο, ο οποίος παρουσίασε ένα αρκετά φιλόδοξο πλάνο, υποστηρίζοντας ότι τα ευρωπαϊκά κράτη θα γλιτώσουν έως και 25 δισ. ευρώ τον χρόνο. Υπέρ μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής προσέγγισης τάσσεται και η Ελλάδα, όπως αποτυπώνεται συχνά-πυκνά από δηλώσεις του «τσάρου» της ελληνικής οικονομίας Κυριάκου Πιερρακάκη ή του επικεφαλής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα. Οι υποστηρικτές του κοινού δανεισμού θεωρούν ότι αυτός θα ενίσχυε την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης τόσο απέναντι στις ΗΠΑ όσο και στην Κίνα.
Ωστόσο, μέχρι στιγμής το μπλοκ των πιο… σκληρών έχει ενστάσεις και μπλοκάρει την εισαγωγή ενός μόνιμου πανευρωπαϊκού μηχανισμού χρηματοδότησης. Πρόκειται κυρίως για κράτη της σκληρής δημοσιονομικής σχολής, με κύριους εκπροσώπους τη Γερμανία και την Ολλανδία, αλλά και κράτη όπως η Αυστρία ή η Φινλανδία. Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς είχε προ μηνών δηλώσει στο πολιτικό podcast Machthaber ότι απορρίπτει αυτή την προσέγγιση. Γενική πεποίθηση αυτών των κρατών είναι ότι θα κληθούν να βάλουν πλάτη για τα κράτη του Νότου, που έχουν εξαιρετικά υψηλά ελλείμματα. Υποστηρίζουν ότι η κοινή λήψη χρέους θα αποδυνάμωνε τις εγχώριες οικονομίες τους. Μάλιστα, αυτή η πεποίθηση δεν είναι απαραίτητα ιδεολογική. Η πρώην πρωθυπουργός της Φινλανδίας Σάνα Μάριν περιγράφει στην αυτοβιογραφία της, που κυκλοφόρησε το 2025, πώς η δική της κεντροαριστερή κυβέρνηση είχε αρχικά αρκετές επιφυλάξεις για το Ταμείο Ανάκαμψης και ότι το δέχθηκε μόνο αφού έλαβε δεσμεύσεις από την πρώην καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ (η Γερμανία κατείχε τότε την ευρωπαϊκή προεδρία).
Η νέα πραγματικότητα που διαμόρφωσε το Ουκρανικό
Έκτοτε, ωστόσο, η κατάσταση έχει αλλάξει δραματικά. Ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία και η κρίση εμπιστοσύνης στις διατλαντικές σχέσεις, που καλλιεργεί διαρκώς ο Ντόναλντ Τραμπ, αναγκάζουν την Ευρώπη να αναβαθμιστεί αμυντικά, να αναλάβει περισσότερες ευθύνες για τη στήριξη της Ουκρανίας και να βρει νέους τρόπους διασφάλισης ρευστότητας.
Η σύγκρουση στην Ουκρανία διαρκεί 4,5 χρόνια. Λίγοι αναμένουν μια γρήγορη λύση και επίτευξη εκεχειρίας, ωστόσο κάποια στιγμή αυτή θα έρθει. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι θα υπάρξει επιστροφή στο «πριν». Οι αμυντικές δαπάνες αναμένεται να παραμείνουν σε υψηλό επίπεδο, λόγω της έλλειψης στρατηγικής εμπιστοσύνης που κυριαρχεί ανάμεσα στις Βρυξέλλες και τη Μόσχα.
Οι εγγυήσεις ασφαλείας
Ζητούμενο για το πάγωμα της σύγκρουσης είναι η διασφάλιση της βιωσιμότητας του ουκρανικού κράτους. Για αυτήν θα χρειαστούν ισχυρές δικλείδες ασφαλείας. Πέρυσι γινόταν μεγάλη κουβέντα για την πιθανή παρουσία ειρηνευτικών στρατευμάτων, ωστόσο η πιθανότητα αυτή έχει τεθεί ουσιαστικά σε πάγο. Λίγα κράτη δήλωναν προθυμία να συμμετάσχουν σε ένα εγχείρημα με τόσο μεγάλο ρίσκο, ενώ και η Μόσχα δύσκολα θα συναινούσε σε κάτι τέτοιο.
Εντούτοις, ο ουκρανικός στρατός αποτελεί σήμερα, κατά την άποψη των περισσότερων Ευρωπαίων αλλά και των Αμερικανών, τον πιο ισχυρό στην Ευρώπη, τόσο από άποψη εμπειρίας όσο και σε επίπεδο καινοτομίας. Αυτό που έχουν καταλάβει και αποδεχτεί σε μεγάλο βαθμό είναι ότι η μεγαλύτερη εγγύηση που μπορούν να λάβουν είναι το δικό τους στράτευμα.
Τα τιτάνια δημοσιονομικά βάρη
Αυτό αριθμεί αυτή τη στιγμή περίπου 800.000 στρατιώτες. Το Κίεβο θα ήθελε ιδανικά να εξασφαλίσει τη διατήρηση αυτού του αριθμού. Ωστόσο, για να συντηρηθεί αυτό το στράτευμα απαιτείται ένας μεγάλος προϋπολογισμός, καθώς μόνο οι αμυντικές δαπάνες του Κιέβου ξεπερνούν κατά πολύ τον συνολικό προπολεμικό προϋπολογισμό του. Σύμφωνα με στοιχεία του σουηδικού ινστιτούτου για την ειρήνη SIPRI, οι αμυντικές δαπάνες της Ουκρανίας για το 2025 προβλέπεται να φτάσουν το 40% του ΑΕΠ, αγγίζοντας τα 84,1 δισ. δολάρια. Πρόκειται για θεαματική αύξηση σε σχέση με το 2021, όταν η αμυντική δαπάνη κυμαινόταν στο 3,5%-4% του ΑΕΠ, ήτοι περίπου 6,5 δισ. δολάρια.
Το μέγεθος της αύξησης γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακό, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο συνολικός προϋπολογισμός της Ουκρανίας το 2021 κυμαινόταν, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, στα 45,3 δισ. δολάρια. Πλέον, μόνο οι αμυντικές δαπάνες της χώρας είναι σχεδόν διπλάσιες από το σύνολο του κρατικού προϋπολογισμού της προπολεμικής περιόδου.
Από τη στιγμή που οι Αμερικανοί αποστασιοποιούνται από την Ευρώπη, τον λογαριασμό για την Ουκρανία θα κληθεί να τον αναλάβει η ίδια, δεδομένου ότι η ασφάλειά της ταυτίζεται, για τους περισσότερους, με την επιβίωση του ουκρανικού κράτους. Με βάση τις αντικειμενικές δυσκολίες που θα είχε ένα κράτος σαν την Ελλάδα να συμβάλει οικονομικά σε αυτό το τιτάνιο εγχείρημα, το Ευρωομόλογο θα μπορούσε ενδεχομένως να αποτελέσει τη μόνη ενδεδειγμένη διέξοδο. Σε αυτή την περίπτωση, μάλιστα, κράτη όπως η Γερμανία και η Φινλανδία, που είναι σκεπτικά απέναντι στο Ευρωομόλογο αλλά θεωρούν τη Ρωσία υπαρξιακή απειλή, θα μπορούσαν να επαναπροσδιορίσουν τη στάση τους. Γίνεται πάντως εύκολα αντιληπτό ότι κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν μπορεί να σηκώσει μόνο του αυτό το βάρος.
Φυσικά, η αποτελεσματικότητα της έκδοσης κοινού ευρωπαϊκού χρέους θα εξαρτηθεί από πολλαπλούς παράγοντες, όπως, για παράδειγμα, από το κατά πόσο η αποπληρωμή του θα γίνεται από κοινού ή από κάθε κράτος-μέλος ξεχωριστά, τα πεδία χρήσης, αλλά και από τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις. Όσον αφορά το μέγεθος του ουκρανικού στρατού – που, κατ’ επέκταση, επηρεάζει το κόστος συντήρησής του – αυτό θα αποτελέσει, δεδομένα, αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ Δύσης και Μόσχας όταν έρθει εκείνη η στιγμή.





