Στο Λονδίνο, ο FTSE 100 έκλεισε με απώλειες 1,06% στις 6.461,40 μονάδες, στο Παρίσι ο CAC 40 σημείωσε απώλειες κατά 0,63% στις 5.684,62 μονάδες, και στη Φρανκφούρτη ο DAX υποχώρησε 0,53% στις 7.807,55 μονάδες.
Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, ο Dow Jones υποχωρεί 0,46%, στις 13.533,24 μονάδες, ο Standard & Poor's 500 βρίσκεται στις 1.500,99 μονάδες, μειωμένος κατά 0,57% και ο Nasdaq σημειώνει πτώση 0,64%, στις 2.792,52 μονάδες.
Η Societe Generale, η Credit Suisse και η Barclays ηγήθηκαν των ρευστοποιήσεων στον τραπεζικό κλάδο στην Ευρώπη, καθώς μια σειρά οίκων υποβάθμισαν τις μετοχές τους. Επίσης, η J Sainsbury κατέγραψε βουτιά της τάξης του 20%, καθώς η Delta της Qatar απέσυρε το ενδιαφέρον της για την εξαγορά της πρώτηςσε ένα deal 10,5 δις λιρών (21,9 δις δολαρίων), με το αιτιολογικό της επιδείνωσης των συνθηκών στην αγορά δανεισμού.
Όπως είναι φυσικό, των ρευστοποιήσεων στη Wall προϊσταται η Citigroup, η μεγαλύτερη τράπεζα των ΗΠΑ από πλευράς κεφαλαιοποίησης, η οποία καταγράφει απώλειες για πέμπτη συνεχή μέρα, μετά και την αποχώρηση του CEO της επιχείρησης, Charles Prince, υπό το βάρος των αυξημένων ζημιών. Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι Merrill Lynch, Goldman Sachs και Lehman Brothers.
Σύμφωνα με τους αναλυτές, οι ανησυχίες για την υγεία της πιστωτικής αγοράς θα συνεχίσουν να πλήττουν το χρηματοπιστωτικό κλάδο, την αγορά κατοικίας, αλλά και το καταναλωτικό κλίμα, καθώς μάλιστα φαίνεται ότι η πιστωτική κρίση έχει επιπτώσεις στην οικονομική ανάπτυξη τόσο των ΗΠΑ, όσο και της υφηλίου.
Ο χρηματοπιστωτικός κλάδος των εταιρειών του δείκτη S&P 500 έχει καταγράψει συνολικά απώλειες της τάξης του 14% από την αρχή της χρονιάς, ενώ δε διαφαίνεται άμεση ανάκαμψή τους, δεδομένου ότι αφενός δεν έχουν αποτιμηθεί οι επιπτώσεις της κρίσης στις πλήρεις τους διαστάσεις, αφετέρου, υπάρχει διάχυτη η ανησυχία ότι θα συνεχίσουν να ζημιώνονται από τις τοποθετήσεις τους σε ενυπόθηκα χρεόγραφα και εταιρικά δάνεια.
Να σημειωθεί ότι οι εταιρείες του χρηματοοικονομικού κλάδου του δείκτη S&P 500 που έχουν ανακοινώσει μέχρι στιγμής αποτελέσματα τρίτου τριμήνου, κατέγραψαν συνολικά συρρίκνωση της κερδοφορίας κατά 22%, που είναι η μεγαλύτερη τουλάχιστον της τελευταίας δεκαετίας. Επιπλέον, το δυσμενές κλίμα επιδεινώνουν οι εκτιμήσεις που κάνουν λόγο για μείωση της κερδοφορίας και για το τρέχον τρίμηνο, κατά 4%.
Η μόνη θετική είδηση της ημέρας ήρθε από το πεδίο των μακροοικονομικών, και συγκεκριμένα τον τομέα υπηρεσιών. Ο δείκτης υπηρεσιών ISM στις ΗΠΑ κατέγραψε απροσδόκητη άνοδο τον Οκτώβριο, στο 55,8 από 54,8 τον προηγούμενο μήνα, ενώ οι αναλυτές ανέμεναν υποχώρησή του στο 54. Τα στοιχεία αυτά μετριάζουν ελαφρώς την ανησυχία για τις επιπτώσεις της κρίσης από την πιστωτική αγορά στην οικονομία της χώρας.



