Το θέμα της κατάστασης της ρωσικής οικονομίας δεν έχει πάψει να απασχολεί. Ωστόσο, το θέμα έχει ανακινηθεί από δύο αφορμές: αφενός, το ρεπορτάζ του Reuters, και πάλι, την Παρασκευή (21/2), σύμφωνα με το οποίο ο Πούτιν είναι «ανοιχτός» να διαθέσει μέρος των «παγωμένων» περιουσιακών στοιχείων της χώρας του στην ανοικοδόμηση της Ουκρανίας, εάν παράλληλα ανοικοδομηθεί και το τμήμα (το 1/5 περίπου δηλαδή) που έχει καταλάβει η Ρωσία· αφετέρου τις νέες κυρώσεις της ΕΕ προς τη Ρωσία.
Σε γενικές γραμμές, όλα σχεδόν τα άρθρα στα δυτικά μέσα ενισχύουν την εντύπωση ότι ο Πούτιν έχει, πράγματι, αρκετούς λόγους να ανησυχεί για την σταθερότητα και ανθεκτικότητα της οικονομίας του, παρά την φαινομενικά ψύχραιμη στάση του. Συγκρίνοντας, μάλιστα, τις πληροφορίες φαίνεται πως ο Ρώσος πρόεδρος άλλα λέει για εσωτερική – και εξωτερική – κατανάλωση, άλλη είναι η πραγματική κατάσταση κι άλλα σκέφτεται η ρωσική ελίτ, που, σύμφωνα με πολλά δημοσιεύματα, δεν βλέπει την ώρα να τερματιστεί ο πόλεμος.
«Αντέχει» τις ευρωπαϊκές κυρώσεις
Το ότι η ρωσική οικονομία επέδειξε ανθεκτικότητα κατά τη διάρκεια των τριών ετών του πολέμου με την Ουκρανία είναι πανθομολούμενο, αφού άντεξε τις δυτικές κυρώσεις και περιορισμούς, χωρίς να καταρρεύσει.
Πρόκειται συνολικά για πάνω από 13.000 (!) κυρώσεις, όπως σημειώνει το think tank Carnegie Endowment for International Peace, «μαζικές» και «πρωτοφανείς», όπως ομολογεί το Συμβούλιο της ΕΕ, οι οποίες ήρθαν να προστεθούν στα μέτρα που είχαν επιβληθεί στη Ρωσία από το 2014 μετά την προσάρτηση της Κριμαίας και τη μη συμμόρφωση με τις συμφωνίες του Μινσκ.
Στόχος των οικονομικών κυρώσεων της ΕΕ – η οποία μέσα στην εβδομάδα που μόλις πέρασε επέβαλε άλλο ένα «πακέτο» περιορισμών – είναι να τιμωρηθεί η Ρωσία για τις ενέργειές της και να παρεμποδιστεί η ικανότητά της να συνεχίσει τον πόλεμο. Παράλληλα, οι ατομικές κυρώσεις, οι οποίες πλήττουν περίπου 2.500 άτομα ή οντότητες, αποσκοπούν στην τιμωρία τρίτων που συμμετέχουν στη χρηματοδότηση ή την υλοποίηση δράσεων, οι οποίες υπονομεύουν την εδαφική ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας.
Οι οικονομικές κυρώσεις – ατομικές και μη – είναι πολλές και επιφέρουν πολλούς περιορισμούς. Μία σφαιρική εικόνα μπορεί να αποκτήσει κανείς διαβάζοντας την ιστοσελίδα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εδώ).
Ας αναφερθεί εν συντομία ότι, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, από τον Φεβρουάριο του 2022 η ΕΕ έχει απαγορεύσει την εξαγωγή προϊόντων προς τη Ρωσία αξίας άνω των 48 δισ. ευρώ και την εισαγωγή προϊόντων από τη Ρωσία αξίας άνω των 91,2 δισ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι, σε σύγκριση με τους όγκους εξαγωγών και εισαγωγών του 2021, το 54% των εξαγωγών και το 58% των εισαγωγών υπόκεινται επί του παρόντος σε εμπάργκο.
Μόνο το εμπάργκο στο πετρέλαιο έχει στοιχίσει στη Ρωσία πολύ ακριβά, αφού το ήμισυ των συνολικών εξαγωγών πετρελαίου της Ρωσίας διοχετεύεται στην ΕΕ, η οποία, με τη σειρά της, κάλυπτε το 90% των εισαγωγών της σε πετρέλαιο από τη Ρωσία. Το 2021, για παράδειγμα, πριν την έναρξη του πολέμου και των κυρώσεων, η ΕΕ εισήγαγε πετρέλαιο αξίας 71 δισ. ευρώ από τη Ρωσία (αργό πετρέλαιο αξίας 48 δισ. ευρώ και προϊόντα διύλισης πετρελαίου αξίας 23 δισ. ευρώ).
«Εκρηκτικές» οι προοπτικές της ρωσικής οικονομίας για το 2025
Μετά από τα παραπάνω, είναι προφανές ότι για να στέκεται ακόμη η Ρωσία στη θέση της, σημαίνει πως η οικονομία της κατάφερε, παρά τις προκλήσεις και τις τεράστιες δυσκολίες, να μείνει όρθια. Ωστόσο, πολλοί οικονομολόγοι αμφισβητούν τα τελευταία οικονομικά στοιχεία της Ρωσίας, υποστηρίζοντας ότι τα στοιχεία που βλέπουν το φως της δημοσιότητας δεν φαίνεται να συνάδουν με την πραγματική οικονομική δυσχέρεια της χώρας.
Την Τετάρτη 22 Ιανουαρίου, ο πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν ισχυρίστηκε ότι το 2024 ήταν μια «δυνατή χρονιά» για τη Ρωσία· χαρακτήρισε το έλλειμμα του 1,7% ως «διαχειρίσιμο» και υπογράμμισε ότι τα έσοδα αυξήθηκαν κατά 26% (εκτός πετρελαίου και φυσικού αερίου) στα 25,6 τρισ. ρούβλια, δηλαδή περίπου 257,9 δισ. δολάρια.
Μια μέρα νωρίτερα (Τρίτη, 21/1), το υπουργείο Οικονομικών της Ρωσίας είχε δημοσιεύσει μια έκθεση λέγοντας ότι τα έσοδα του προϋπολογισμού της χώρας τον Δεκέμβριο ξεπέρασαν τα 4 τρισ. ρούβλια ή περίπου 40 δισ. δολάρια· αυξήθηκαν, δηλαδή, 28% σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2023 και το υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί από το 2011.
Ωστόσο, τα δεδομένα που επικαλούνται οι ρωσικές αρχές δεν πείθουν. Οι περισσότεροι οικονομολόγοι περιγράφουν τις προοπτικές για το 2025 ως «εκρηκτικό μείγμα» εξαιτίας των πολλαπλών αρνητικών παραγόντων που συλλειτουργούν, προειδοποιώντας ότι δεν αποκλείεται η δυναμική που επέδειξε η ρωσική οικονομία τα προηγούμενα χρόνια να εξανεμιστεί.
Ακόμη και ο πρώην υποδιοικητής της κεντρικής τράπεζας, Oleg Vyugin – η οποία τον Οκτώβριο αύξησε το βασικό επιτόκιο κατά 200 μονάδες βάσης στο 21%, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από τον Φεβρουάριο του 2003 –, δήλωσε πρόσφατα ότι με βάση τις οικονομικές εκτιμήσεις θα ήταν επωφελής για τη Ρωσία η επίτευξη «διπλωματικής επίλυσης της σύγκρουσης».
«Η οικονομία της Ρωσίας δεν είναι τόσο ισχυρή όσο λέει ο Πούτιν»
Σε πάνελ στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός την Τετάρτη (22/1), η Ελίζαμπεθ Σβάντεσον, υπουργός Οικονομικών της Σουηδίας, είπε ότι ο Πούτιν «θέλει να πιστεύουμε ότι η οικονομία της Ρωσίας είναι ισχυρή» και ότι οι δυτικές κυρώσεις δεν είναι αποτελεσματικές. «Αλλά αν σκάψετε λίγο πιο βαθιά, θα δείτε ότι δεν συμβαίνει αυτό», είπε, δείχνοντας μια έκθεση που έγινε μετά από εντολή της σουηδικής κυβέρνησης.
Η συγκεκριμένη έκθεση, που δημοσιεύθηκε από το Stockholm Institute of Transition Economics τον Σεπτέμβριο του ’24, εντόπισε σοβαρές ανισορροπίες και ένα μείγμα ασταθών οικονομικών πολιτικών, όπως η έγκριση αυξημένων επιδοτήσεων, ενώ τα επιτόκια χτυπάνε κόκκινο. Οι αναλυτές που ήταν υπεύθυνοι για την έκθεση υποστήριξαν, επίσης, ότι τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, όπως η αύξηση του ΑΕΠ και οι ρυθμοί πληθωρισμού, “μολύνονται” από τη μηχανή προπαγάνδας του Κρεμλίνου και «χειραγωγούνται για να υποστηρίξουν την αφήγηση ότι η ρωσική οικονομία είναι σταθερή».
«Είναι σαφές ότι η οικονομία της Ρωσίας δεν είναι τόσο ισχυρή όσο θέλει να πιστεύουμε ο Πούτιν», είπε η Σβάντεσον, αναφέροντας προς επίρρωση του ισχυρισμού της τη φυγή κεφαλαίων και τις νυχτερινές δορυφορικές φωτογραφίες από τη Μόσχα που αποδεικνύουν ότι η πόλη είναι σχεδόν “σβηστή” σε αντίθεση με το 2021, πριν την έναρξη του πολέμου, που ήταν πολύ πιο “φωτεινή”.
Ο Ίκα Κόρχονεν, επικεφαλής έρευνας στο Ινστιτούτο της Τράπεζας της Φινλανδίας για τις Αναδυόμενες Οικονομίες, δεν βρισκόταν πολύ μακριά απ’ όσα είπε η Σουηδή υπουργός. Υποστήριξε ότι η Ρωσία έχει σταματήσει σε μεγάλο βαθμό να δημοσιεύει στοιχεία εξωτερικού εμπορίου και δημοσιονομικά στοιχεία, σε αντίθεση με την προπολεμική περίοδο. Ως εκ τούτου, τα δημοσιευμένα στοιχεία μπορεί να είναι σωστά, πρόσθεσε, «αλλά πάντα αφήνουν έξω αρνητικά δεδομένα».
Ακόμη, μία ομάδα Ρώσων οικονομολόγων υποστήριξε στο Telegram ότι το δημοσιονομικό πλεόνασμα της Ρωσίας μειώθηκε τον Δεκέμβριο του ‘24 στο χαμηλότερο επίπεδό του από τον Αύγουστο του 2020, περίπου στα 5,6 δισ. δολάρια. Ενώ η Τράπεζα της Ρωσίας χαρακτήρισε το δημοσιονομικό πλεόνασμα ως «σταθερό», η ομάδα των οικονομολόγων σημείωσε ότι τα 5,6 δισ. δολάρια δεν επαρκούν για να καλύψουν την αποπληρωμή του εξωτερικού χρέους, τη ζήτηση ξένων περιουσιακών στοιχείων από πολίτες και επιχειρήσεις, κ.ά., συν του ότι η πτώση του δημοσιονομικού πλεονάσματος αυξάνει τις πιέσεις που δέχεται το ρούβλι.
Ακόμη και το TsMAKP, ένα think tank που συνδέεται με τη ρωσική κυβέρνηση, ανέφερε, την Πέμπτη (23/1), ότι εντοπίζονται ασυνέπειες και λανθασμένοι υπολογισμοί στα επίσημα οικονομικά στοιχεία της Ρωσίας. Για παράδειγμα, επεσήμανε πως, ενώ η αναφερόμενη αύξηση του ΑΕΠ κατά 3,8-4% το 2024 εμφανίστηκε ισχυρή, η πραγματική παραγωγική δραστηριότητα παρέμεινε στάσιμη από το τρίτο τρίμηνο του 2023 και οι εκτιμήσεις για τις επενδύσεις φάνηκαν διογκωμένες.
Την ίδια στιγμή, το Ινστιτούτο για τη Μελέτη του Πολέμου, μια δεξαμενή σκέψης με έδρα την Ουάσιγκτον, αμφισβήτησε την έκθεση του υπουργείου Οικονομικών της Ρωσίας, η οποία ανέφερε ότι τα έσοδα της Ρωσίας έφτασαν το υψηλό ρεκόρ των περίπου 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων τον Δεκέμβριο. Ανέφερε ότι τα στοιχεία της Ρωσίας απέτυχαν να λάβουν υπόψη τις μη βιώσιμες αμυντικές δαπάνες της, τα υψηλά ποσοστά πληθωρισμού, το διευρυνόμενο έλλειμμα και την εξάντληση του κρατικού της ταμείου.
Ο Άντρες Ασλουντ, Σουηδός οικονομολόγος και πρώην συνεργάτης στο Atlantic Council, δήλωσε στα τέλη Ιανουαρίου ότι τα χρηματοοικονομικά αποθέματα της Ρωσίας ενδέχεται να εξαντληθούν πριν από το τέλος του έτους.
Εμπορικές σχέσεις: Η Ρωσία «υποτελής» της Κίνας
Ενδιαφέρον παρουσιάζει έκθεση του Observatory of Economy Complexity, σύμφωνα με την οποία από την αρχή του πολέμου μέχρι το τέλος του 2023 η Ρωσία είχε κατορθώσει να ανακατευθύνει εντελώς τις εξαγωγές της κα έτσι, ενώ το 2021 το 50% των εξαγώγιμων προϊόντων της απορροφούσε η Ευρώπη, δυο χρόνια μετά η Κίνα και η Ινδία πήραν το προβάδισμα ως οι δύο κύριες εξαγωγικές αγορές της.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, Κίνα και Ινδία κατείχαν το 2023 το 32,7% και το 16,8% αντίστοιχα — το ήμισυ του συνόλου, ενώ το 2021, η Κίνα αντιπροσώπευε το 14,6% των ρωσικών εξαγωγών ενώ η Ινδία αντιπροσώπευε μόλις το 1,56%.
Οι δύο χώρες έχουν σαρώσει το μερίδιο της εξαγωγικής αγοράς που κατείχαν προηγουμένως οι ευρωπαϊκές χώρες. Τα στοιχεία του 2023 δείχνουν ότι τα ευρωπαϊκά έθνη αντιπροσωπεύουν μόλις το 15% των ρωσικών εξαγωγών, μια τεράστια πτώση από το σχεδόν 50% των δύο ετών νωρίτερα.
«Υπήρχε μια μεγάλη εκτροπή του εμπορίου μακριά από τη Δύση σε αυτές τις χώρες», είπε στη DW, σε άρθρο που δημοσιεύθηκε το Σάββατο (22/2), ο Ζολτ Ντάρβας, ένας από τους ερευνητές στο Bruegel που εργάζεται στο ρωσικό εμπορικό ιχνηλάτη τους. Ανάμεσα στις χώρες που απορροφούν ρωσικά αγαθά βρίσκεται και η Τουρκία, το Καζακστάν και η Ουγγαρία, με εισαγωγές μικρότερες από τις Κίνα και Ινδία που προαναφέρθηκαν.
«Η Ρωσία είναι πλέον υποτελής της Κίνας», δήλωσε, επίσης, στη DW (Σάββατο, 22/2) η Ελίνα Ριμπάκοβα, οικονομολόγος στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Πίτερσον στην Ουάσιγκτον, DC, καταλήγοντας στη διαπίστωση πως για τον Πούτιν η στροφή προς την Κίνα είναι θετική, αφού έχει ανάγκη από έναν ισχυρό εμπορικό εταίρο, ωστόσο είναι μία σχέση που αφήνει, ουσιαστικά, τη Ρωσία έκθετη.
Ηλιάνα Χατζηδημητρίου









