Η κίνηση αυτή, σύμφωνα με υπερασπιστές των δικαιωμάτων των αστέγων, κινδυνεύει όχι μόνο να αποτύχει στον στόχο της αλλά και να επιδεινώσει την ήδη σοβαρή κρίση αστεγίας στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το διάταγμα δίνει εντολή στην υπουργό Δικαιοσύνης, Παμ Μπόντι, να εργαστεί για την ανατροπή νομικών προηγούμενων σε πολιτειακό και ομοσπονδιακό επίπεδο, που προστάτευαν μέχρι σήμερα το δικαίωμα των αστέγων να διαμένουν σε κατασκηνώσεις όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμες εναλλακτικές στέγης. Η υπουργός καλείται επίσης να διευκολύνει τις τοπικές αρχές στην εκδίωξη των αστέγων από δημόσιους χώρους. Ωστόσο, παραμένει ασαφές πώς ακριβώς θα μπορούσε η κ. Μπόντι να ανατρέψει καθιερωμένα νομικά προηγούμενα και αποφάσεις, ειδικά χωρίς τη στήριξη του Κογκρέσου ή της δικαστικής εξουσίας.
Το εκτελεστικό διάταγμα έρχεται σε συνέχεια απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ το 2024, η οποία επέτρεψε σε δήμους να απαγορεύουν τη διαμονή αστέγων σε δημόσιους χώρους, εφόσον παρέχονται κάποιες εναλλακτικές λύσεις. Οι επικριτές φοβούνται ότι το νέο διάταγμα ερμηνεύει ευρύτερα αυτή την απόφαση, προωθώντας μαζικές μεταφορές ατόμων χωρίς νομικές εγγυήσεις και χωρίς σαφές σχέδιο υποστήριξης.
Η Εθνική Συμμαχία για τους Άστεγους (National Coalition for the Homeless) αντέδρασε έντονα, καταγγέλλοντας το διάταγμα ως επιζήμιο για την προστασία τόσο των αστέγων όσο και των ψυχικά ασθενών. Η οργάνωση ανέφερε ότι η κυβέρνηση Τραμπ έχει επιδείξει ιστορικά μια τάση να παρακάμπτει θεμελιώδη πολιτικά και νομικά δικαιώματα, και προειδοποίησε ότι αυτή η πολιτική όχι μόνο δε θα αντιμετωπίσει την αστεγία, αλλά θα επιδεινώσει τις συνθήκες για χιλιάδες ανθρώπους.
Ενώ το διάταγμα προτείνει τη μεταφορά των αστέγων σε κέντρα θεραπείας ψυχικών ασθενειών ή απεξάρτησης, δεν περιλαμβάνει καμία πρόβλεψη για την ενίσχυση ή επέκταση αυτών των υποδομών, ούτε γίνεται λόγος για μακροπρόθεσμο σχεδιασμό παροχής φθηνής στέγης ή στήριξης κοινωνικής επανένταξης. Αυτό έχει πυροδοτήσει περαιτέρω ανησυχία για τη βιωσιμότητα της πρότασης.
Το 2024, ο αριθμός των αστέγων στις ΗΠΑ ξεπέρασε τους 770.000, σύμφωνα με το Διυπηρεσιακό Συμβούλιο για την Αστεγία (Interagency Council on Homelessness), καταγράφοντας αύξηση 18% μέσα σε ένα έτος. Από αυτούς, περίπου το 36% διαβιούσε στον δρόμο, σε αυτοκίνητα ή σε πρόχειρους καταυλισμούς. Η επιδείνωση του προβλήματος, σύμφωνα με τους ειδικούς, σχετίζεται άμεσα με τις περικοπές σε κοινωνικά προγράμματα, τη στέγαση και την ψυχική υγεία.
Το National Homelessness Law Center υποστηρίζει πως η υποχρεωτική μεταφορά ατόμων σε ιδρύματα είναι ηθικά και νομικά απαράδεκτη και χαρακτηρίζει την τακτική του Λευκού Οίκου ως «ποινικοποίηση της φτώχειας». Σύμφωνα με την οργάνωση, το διάταγμα, σε συνδυασμό με τις πρόσφατες περικοπές κονδυλίων για τη στέγαση και την υγειονομική περίθαλψη, όχι μόνο δεν θα βοηθήσει όσους έχουν ανάγκη, αλλά ενδέχεται να αυξήσει τον αριθμό των αστέγων.
Άλλες οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκτιμούν ότι η νέα πολιτική του Τραμπ θέτει σε κίνδυνο τα βασικά πολιτικά δικαιώματα και δημιουργεί το πλαίσιο για αυθαίρετες και βίαιες παρεμβάσεις στους δημόσιους χώρους. Κατά τις ίδιες πηγές, πρόκειται για μια αντιμετώπιση του ζητήματος μέσα από το πρίσμα της δημόσιας τάξης, όχι της κοινωνικής δικαιοσύνης, χωρίς καμία εγγύηση ότι οι εκτοπισμένοι θα έχουν ασφαλή στέγαση ή πρόσβαση σε ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης.






