Καθώς η απογοήτευση της Ουάσιγκτον απέναντι στο Κρεμλίνο εντείνεται, ο Τραμπ έχει δεσμευτεί για την επιβολή «δευτερογενών δασμών» ύψους περίπου 100% σε εμπορικούς εταίρους της Μόσχας, εάν η Ρωσία δεν βάλει τέλος στην εισβολή της στην Ουκρανία. Αρχικά είχε ορίσει προθεσμία 50 ημερών, την οποία στη συνέχεια συντόμευσε, όπως αναφέρει το CNBC.
Ο τερματισμός του πολέμου αποτελεί βασικό στόχο εξωτερικής πολιτικής για τη δεύτερη προεδρική του θητεία, με τον Τραμπ να μετατοπίζεται από την αρχική πολιτική προσέγγισης προς τη Ρωσία, σε μια στάση αυξανόμενης πίεσης λόγω της στασιμότητας στις διαπραγματεύσεις.
Το βασικό εμπόδιο σε μια ενδεχόμενη κατάπαυση του πυρός μεταξύ Μόσχας και Κιέβου παραμένουν οι αδιάλλακτες απαιτήσεις του Πούτιν: να εγκαταλείψει η Ουκρανία κάθε φιλοδοξία ένταξης στο ΝΑΤΟ και να διατηρήσει η Ρωσία τα τέσσερα ουκρανικά εδάφη που έχει προσαρτήσει. Η Μόσχα ζητά επίσης την οριστική λήξη του πολέμου και έχει κατά το παρελθόν προτείνει τη διεξαγωγή νέων εκλογών στην Ουκρανία.
Νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ Στιβ Γουίτκοφ συναντήθηκε με τον Πούτιν σε μια ύστατη προσπάθεια επίτευξης προόδου, με τον Τραμπ να χαρακτηρίζει τη συνάντηση «εξαιρετικά παραγωγική».
«Όλοι συμφωνούν πως αυτός ο πόλεμος πρέπει να τελειώσει, και θα εργαστούμε προς αυτή την κατεύθυνση τις επόμενες ημέρες και εβδομάδες», δήλωσε την Τετάρτη.
Ωστόσο, η αισιοδοξία του Τραμπ φάνηκε να εξανεμίζεται την Πέμπτη, παρότι υπήρχαν φήμες για πιθανή απευθείας συνάντηση με τον Πούτιν μέσα στις επόμενες ημέρες.
Όταν ρωτήθηκε αν παραμένει δεσμευμένος στην προθεσμία της Παρασκευής, απάντησε: «Θα δούμε τι έχει να πει. Εξαρτάται από εκείνον. Είμαι πολύ απογοητευμένος».
Το μεγαλύτερο διακύβευμα για τη Ρωσία είναι η πιθανή απώλεια των ελάχιστων αγοραστών πετρελαίου που της έχουν απομείνει, αφού οι χώρες της G7 έχουν ήδη απαγορεύσει την εισαγωγή ρωσικού πετρελαίου δια θαλάσσης. Με βάση το σχήμα της G7, χώρες εκτός της συμμαχίας μπορούν να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο μόνο αν τηρούν ένα ανώτατο όριο τιμής, ώστε να διατηρούν πρόσβαση σε δυτικά ναυτιλιακά και ασφαλιστικά δίκτυα.
Η ρωσική οικονομία, ήδη βυθισμένη στις κυρώσεις, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές πετρελαίου, με την ανάπτυξη να αναμένεται να υποχωρήσει στο 1,4% το 2025, από 4,3% το 2024, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Αν ο Τραμπ προχωρήσει με τους δευτερογενείς δασμούς, οι αγοραστές της Ρωσίας θα βρεθούν μπροστά στο δίλημμα: φθηνό ρωσικό πετρέλαιο ή προνομιακή εμπορική σχέση με τις ΗΠΑ. Η πρώτη εφαρμογή των δασμών αυτών προγραμματίζεται για τις 27 Αυγούστου, με την Ινδία –έναν από τους μεγαλύτερους πελάτες της Μόσχας– να βλέπει επιπλέον δασμούς 25% στις συναλλαγές της.
«Είναι ιδιαίτερα ενδεικτικό ότι ο Τραμπ επέλεξε να ασκήσει πίεση στον φίλο του, Ναρέντρα Μόντι, και όχι στον ίδιο τον Πούτιν», σχολίασε η Τίνα Φόρνταμ, ιδρύτρια της Fordham Global Foresight, στο CNBC.
«Αυτό μας δείχνει ότι ο πρόεδρος Τραμπ είναι πολύ απρόθυμος να πιέσει άμεσα τον Πούτιν. Τόσο πολύ, που ρισκάρει τη στρατηγική του σχέση με την Ινδία — έναν κρίσιμο σύμμαχο στο πλαίσιο της ευρύτερης αντιπαράθεσης ΗΠΑ-Κίνας.»





