Το 2021, το 54% των πολιτών ηλικίας 16 έως 74 ετών είχε πραγματοποιήσει τουλάχιστον μία αγορά μέσω Διαδικτύου. Το ποσοστό αυτό αυξήθηκε στο 59% το 2022, για να υποχωρήσει οριακά στο 58% το 2023. Από το 2024, ωστόσο, η ανοδική τάση επανήλθε, με το ποσοστό να διαμορφώνεται στο 65% και να αυξάνεται περαιτέρω στο 68% το 2025. Για το 2026, η έκθεση εκτιμά ότι το ποσοστό των ατόμων που πραγματοποιούν ηλεκτρονικές αγορές θα ανέλθει στο 71%.
Παράλληλη είναι και η αύξηση της χρήσης του Διαδικτύου στην Ελλάδα. Από 79% το 2021, το ποσοστό ανήλθε στο 84% το 2022 και στο 86% το 2023, ενώ το 2024 έφθασε στο 87%. Πέρυσι ενισχύθηκε περαιτέρω στο 90%, με την πρόβλεψη για το 2026 να τοποθετεί το ποσοστό στο 93%.
Σε επίπεδο Ευρώπης, η αγορά ηλεκτρονικού εμπορίου διατήρησε την αναπτυξιακή της πορεία και το 2025. Ο συνολικός κύκλος εργασιών του B2C ηλεκτρονικού εμπορίου αυξήθηκε κατά 7%, από τα 842 δισ. ευρώ στα 911 δισ. ευρώ. Εάν ληφθεί υπόψη η επίδραση του πληθωρισμού, η πραγματική αύξηση διαμορφώθηκε στο 4%, ενώ στις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έφθασε το 5%.
Ψηφιακές πληρωμές με τα μετρητά να παραμένουν στο προσκήνιο
Στην ελληνική αγορά οι ψηφιακές και άμεσες πληρωμές κερδίζουν συνεχώς έδαφος, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι τα μετρητά έχουν πάψει να χρησιμοποιούνται. Όπως αναφέρει στην έκθεση ο αντιπρόεδρος του Ελληνικού Συνδέσμου Ηλεκτρονικού Εμπορίου (GR.EC.A.), Μάκης Σαββίδης, η Ελλάδα παραμένει μια «υβριδική» αγορά, καθώς οι επιχειρήσεις χρειάζεται να εξυπηρετούν τόσο τις παραδοσιακές όσο και τις νεότερες μορφές πληρωμών.
Οι έμποροι στρέφονται ολοένα περισσότερο στις άμεσες πληρωμές και σε εναλλακτικές μεθόδους συναλλαγών. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο ίδιος, η προσθήκη κάθε νέας επιλογής πληρωμής συνεπάγεται ταυτόχρονα αυξημένες απαιτήσεις για τη διασύνδεση διαφορετικών συστημάτων, αλλά και για την αποτελεσματική διαχείριση των συναλλαγών.
Παράλληλα, η έκθεση επισημαίνει ότι εντείνεται η επιβάρυνση που προκύπτει από το συνολικό κόστος των πληρωμών. Ο Μάκης Σαββίδης σημειώνει ότι το κόστος δεν περιορίζεται στις ίδιες τις χρεώσεις των συναλλαγών, αλλά περιλαμβάνει επίσης τις δαπάνες για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις, την αντιμετώπιση της απάτης και την τεχνική ενσωμάτωση των διαφορετικών συστημάτων. Η συνολική αυτή επιβάρυνση, σύμφωνα με τον ίδιο, γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Η εξάπλωση των parcel lockers στις παραδόσεις
Σημαντικές αλλαγές σημειώνονται και στον τρόπο με τον οποίο ολοκληρώνεται η παράδοση των ηλεκτρονικών παραγγελιών. Η ελληνική ενότητα της έκθεσης καταγράφει ταχεία ανάπτυξη των δικτύων parcel lockers και των σημείων παραλαβής, καθώς ενισχύονται οι επιλογές που επιτρέπουν στους καταναλωτές να παραλαμβάνουν τις παραγγελίες τους εκτός της κατοικίας τους.
Όπως αναφέρει ο Μάκης Σαββίδης, οι συγκεκριμένες υποδομές μπορούν να περιορίσουν τις αποτυχημένες προσπάθειες παράδοσης, προσφέροντας παράλληλα μεγαλύτερη ευελιξία στους καταναλωτές ως προς τον τρόπο παραλαβής των προϊόντων τους. Παρ’ όλα αυτά, η γεωγραφική ιδιαιτερότητα της Ελλάδας εξακολουθεί να δημιουργεί προκλήσεις. Η νησιωτικότητα, η γεωγραφική διασπορά του πληθυσμού και η έντονη εποχικότητα είναι παράγοντες που συνεχίζουν να επηρεάζουν τόσο το κόστος όσο και τον σχεδιασμό και την οργάνωση των παραδόσεων.
Στο επίκεντρο η κατάργηση του ορίου των 150 ευρώ
Η έκθεση αναφέρεται επίσης στην κατάργηση της απαλλαγής από τελωνειακούς δασμούς για εισαγωγές προϊόντων αξίας έως 150 ευρώ.
Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο του GR.EC.A., η συγκεκριμένη αλλαγή έχει τη δυνατότητα να διαμορφώσει πιο ισότιμες συνθήκες ανταγωνισμού ανάμεσα στις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στους διεθνείς ανταγωνιστές τους. Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις εισαγωγές προϊόντων χαμηλής αξίας. Ο ίδιος, ωστόσο, υπογραμμίζει ότι η εφαρμογή του νέου πλαισίου θα πρέπει να πραγματοποιηθεί με τρόπο που να μην προσθέτει επιπλέον διοικητικές υποχρεώσεις, ιδιαίτερα για τις μικρότερες επιχειρήσεις.
Παράλληλα, η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί ένα ακόμη πεδίο που εξετάζει η έκθεση. Στην ελληνική αγορά οι σχετικές τεχνολογίες έχουν ήδη αρχίσει να αξιοποιούνται για τη βελτίωση της εξυπηρέτησης των πελατών και την ενίσχυση της λειτουργικής αποδοτικότητας των επιχειρήσεων.
Για τον GR.EC.A., ωστόσο, σημαντική πρόκληση αποτελεί η δυνατότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων να έχουν πρόσβαση στις νέες εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης. Βασικό ζητούμενο είναι το κόστος και η πολυπλοκότητα των συγκεκριμένων τεχνολογιών να μην εξελιχθούν σε παράγοντες που περιορίζουν την υιοθέτησή τους από τις μικρότερες επιχειρήσεις.
Την ίδια ώρα, οι συνθήκες στην οικονομία επηρεάζουν και τον τρόπο με τον οποίο οι καταναλωτές πραγματοποιούν τις αγορές τους. Όπως προκύπτει από την έκθεση, οι καταναλωτές εμφανίζονται περισσότερο επιλεκτικοί, δίνοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στην αξία που αποκομίζουν από κάθε αγορά. Από την πλευρά τους, οι επιχειρήσεις δίνουν ολοένα μεγαλύτερη έμφαση στην αποδοτικότητα, αλλά και στη βελτιστοποίηση των διαδικασιών και της συνολικής λειτουργίας τους.



