Μετά από στασιμότητα κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, η ομάδα του Κοινού Οικονομικού Προγνωστικού Έργου προβλέπει αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) κατά 0,2% για το τρέχον έτος στην φθινοπωρινή της έκθεση, που δημοσιεύτηκε την Πέμπτη (25/9).
Τα επόμενα δύο χρόνια, μια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική αναμένεται να επιταχύνει σημαντικά την οικονομική ανάπτυξη στο 1,3% και 1,4% αντίστοιχα. Αυτό σημαίνει ότι η πρόβλεψη των ινστιτούτων για φέτος και για το επόμενο έτος παραμένει σχεδόν αμετάβλητη σε σύγκριση με την εαρινή έκθεση.
«Η γερμανική οικονομία εξακολουθεί να πατά σε σαθρό έδαφος», δηλώνει η Δρ. Geraldine Dany-Knedlik, επικεφαλής του Τμήματος Οικονομικών Προβλέψεων και Πολιτικής στο Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών (DIW Berlin). «Θα ανακάμψει αισθητά τα επόμενα δύο χρόνια. Ωστόσο, δεδομένων των διαρκών διαρθρωτικών αδυναμιών, αυτή η δυναμική δεν θα διαρκέσει».
Tα κομβικά ζητήματα
Η γερμανική κυβέρνηση αξιοποιεί τους διευρυμένους κανόνες δανεισμού για να ενισχύσει τις αμυντικές δυνατότητες της χώρας και να επενδύσει σε υποδομές και την προστασία του κλίματος. Αυτό θα προσφέρει ώθηση στην οικονομία τα επόμενα χρόνια, αλλά με περιορισμούς:
Πρώτον, οι πόροι για έργα κατασκευής και άμυνας, για παράδειγμα, εκταμιεύονται πιο αργά από ό,τι είχε προϋπολογιστεί λόγω μακρών χρόνων σχεδιασμού και προμηθειών.
Δεύτερον, τα δάνεια χρησιμοποιούνται επίσης για να αποφευχθεί η δημοσιονομική εξυγίανση που στην πραγματικότητα είναι αναγκαία.
Τρίτον, παρά τα αναβαλλόμενα κονδύλια μέσω των διευρυμένων επιλογών δανεισμού, θα υπάρξει σημαντική ανάγκη για δημοσιονομική εξυγίανση το 2027.
Το «αγκάθι» του κόστους ενέργειας
Παρά ταύτα, η εσωτερική οικονομία επιταχύνεται αισθητά, όμως τα διαρθρωτικά προβλήματα απλώς συγκαλύπτονται: οι θεμελιώδεις μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της οικονομίας δεν υλοποιούνται. Η προοπτική επιδεινώνεται, κάτι που αντανακλάται και στην αναμενόμενη μείωση των ρυθμών ανάπτυξης του παραγωγικού δυναμικού.
Το υψηλό κόστος ενέργειας και εργασίας σε σύγκριση με το εξωτερικό, η έλλειψη εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού και η περαιτέρω μείωση της ανταγωνιστικότητας συνεχίζουν να επιβαρύνουν τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές.
Ενώ οι υπηρεσίες –ιδίως στον δημόσιο τομέα– θα αναπτυχθούν έντονα τα επόμενα δύο χρόνια, η ανάκαμψη στη βιομηχανική παραγωγή αναμένεται να είναι μέτρια. Η ζήτηση από το εξωτερικό για γερμανικά προϊόντα εξασθενεί, κυρίως λόγω της πτώσης της ανταγωνιστικότητας και της αύξησης των δασμών. Κατά συνέπεια, οι εξαγωγές δεν θα αποτελέσουν κινητήριο μοχλό της επικείμενης ανάκαμψης. Υποστηριζόμενη από την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, η ανάκαμψη θα βασιστεί κυρίως στην εγχώρια οικονομία.
Οι προβλέψεις για την αγορά εργασίας
Η οικονομική ανάκαμψη αναμένεται επίσης να οδηγήσει σε αισθητή βελτίωση της αγοράς εργασίας. Σε συνδυασμό με την αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος, αυτό θα ενισχύσει την ιδιωτική κατανάλωση και, επομένως, τις καταναλωτικές υπηρεσίες. Οι τιμές καταναλωτή αναμένεται να αυξηθούν κατά λίγο πάνω από 2% κατά την περίοδο της πρόβλεψης.
Συνολικά, η οικονομική εξέλιξη στη Γερμανία αντιμετωπίζει σημαντικούς κινδύνους: η εμπορική διαμάχη μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ ενέχει σοβαρό δυναμικό κλιμάκωσης, ιδιαίτερα αν οι δεσμεύσεις της ΕΕ δεν τηρηθούν. Επιπλέον, οι μακροοικονομικές επιδράσεις της επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής είναι δύσκολο να εκτιμηθούν και εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο εφαρμογής της.
Η Γερμανία βρίσκεται σε ένα οικονομικό σταυροδρόμι, καθώς οι προοπτικές ανάπτυξης επιδεινώνονται ραγδαία. Για να δοθεί κατεύθυνση, τα ινστιτούτα παρουσιάζουν μια δωδεκαδιάστατη πυξίδα οικονομικής πολιτικής. Αν οι μεταρρυθμίσεις αυτές εφαρμοστούν άμεσα, δεν θα ενισχυθεί μόνο το μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό δυναμικό της γερμανικής οικονομίας, αλλά θα δοθεί ώθηση και στη βραχυπρόθεσμη ανάπτυξη, καταλήγει η έκθεση.





