Στην εξαμηνιαία έκθεση οικονομικών προοπτικών για την Ανατολική Ασία και την περιοχή του Ειρηνικού, που δημοσιεύθηκε την Τρίτη (7/10), η Παγκόσμια Τράπεζα αναφέρει ότι πλέον αναμένει ανάπτυξη 4,2% για την Κίνα το επόμενο έτος, έναντι πρόβλεψης 4,0% τον Απρίλιο τόσο για το τρέχον όσο και για το επόμενο έτος.
«Η ανάπτυξη στην Κίνα, τη μεγαλύτερη οικονομία της περιοχής, προβλέπεται να μειωθεί λόγω της αναμενόμενης επιβράδυνσης της αύξησης των εξαγωγών και της πιθανής μείωσης των δημοσιονομικών κινήτρων ενόψει της αύξησης του δημόσιου χρέους, καθώς και της συνεχιζόμενης διαρθρωτικής επιβράδυνσης», σημειώνουν οι συντάκτες της έκθεσης.
Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι η υπόλοιπη περιοχή της Ανατολικής Ασίας και του Ειρηνικού θα αναπτυχθεί κατά 4,4% το 2025 — αύξηση 0,2 ποσοστιαίων μονάδων — ενώ διατηρεί την πρόβλεψή της για ανάπτυξη 4,5% το 2026.
Ο διεθνής οργανισμός αποδίδει τη συγκρατημένη δυναμική στα υψηλότερα εμπορικά εμπόδια, στην αυξημένη αβεβαιότητα της παγκόσμιας οικονομικής πολιτικής και στην επιβράδυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης. «Οι επιχειρήσεις υιοθετούν μια στάση αναμονής, καθυστερώντας ή μειώνοντας τις κεφαλαιουχικές δαπάνες», αναφέρει η έκθεση.
Η παγκόσμια ανάπτυξη δέχεται φέτος πιέσεις λόγω των έντονων ανακατατάξεων στις οικονομικές πολιτικές των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Ασία, όπου βρίσκονται μερικές από τις μεγαλύτερες εξαγωγικές οικονομίες, έχει επηρεαστεί από την απρόβλεπτη εμπορική πολιτική του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.
Τα στοιχεία του Σεπτεμβρίου έδειξαν ότι η βιομηχανική παραγωγή και οι λιανικές πωλήσεις της Κίνας κατέγραψαν τη χαμηλότερη αύξηση σχεδόν ενός έτους, ενισχύοντας τις ενδείξεις ότι η οικονομία απέχει ακόμη από μια ισχυρή ανάκαμψη. Οι αναλυτές αναμένουν ότι το Πεκίνο θα προχωρήσει σε πρόσθετα μέτρα τόνωσης για να αποτρέψει μια απότομη επιβράδυνση της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου και να διασφαλίσει την επίτευξη του ετήσιου στόχου ανάπτυξης, ο οποίος είναι «γύρω στο 5%».
Η Παγκόσμια Τράπεζα κάλεσε, επίσης, τις χώρες να παραμείνουν επικεντρωμένες στις μακροπρόθεσμες προοπτικές, επισημαίνοντας ότι η ενίσχυση της βραχυπρόθεσμης ανάπτυξης μέσω δημοσιονομικών παρεμβάσεων ενδέχεται να αποφέρει λιγότερα και λιγότερο διατηρήσιμα οφέλη σε σχέση με βαθύτερες, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.





