Λίγο πριν τη συνάντηση Τραμπ-Ζελένσκι, ο Ρώσος πρόεδρος, γνωστός για την ικανότητά του να επηρεάζει τον Αμερικανό πρόεδρο, φαίνεται πως τα κατάφερε και πάλι.
Μέχρι το τηλεφώνημα της Πέμπτης, ο Τραμπ έδειχνε διατεθειμένος να ενισχύσει το ουκρανικό οπλοστάσιο με πυραύλους τύπου Tomahawk, δίνοντας έτσι στρατηγικό πλεονέκτημα στο Κίεβο. Όμως, μετά τη συνομιλία με τον Πούτιν και τη συνάντηση με τον Ζελένσκι, υποβάθμισε το θέμα, δηλώνοντας ότι προτιμά να επικεντρωθεί σε μια νέα σύνοδο κορυφής με τον Ρώσο ηγέτη.
Σύμφωνα με τη Washington Post, αυτή ήταν η πιο πρόσφατη από μια σειρά μεταβολών στη θέση του Τραμπ για τον πόλεμο, που συχνά ακολουθούν άμεσες επαφές με τον Πούτιν. Ρώσοι αξιωματούχοι φέρονται να έχουν αποτρέψει τον Αμερικανό πρόεδρο από την επιβολή νέων κυρώσεων ή την αποστολή ισχυρότερων όπλων στην Ουκρανία, προβάλλοντας διαρκώς την υπόσχεση μιας «ειρηνευτικής λύσης», την ώρα που η Μόσχα εντείνει τις επιθέσεις της.
«Ελπίζω να τελειώσουμε τον πόλεμο χωρίς να χρειαστεί να σκεφτούμε για Tomahawks. Νομίζω ότι είμαστε κοντά», είπε ο Τραμπ στους δημοσιογράφους, προσθέτοντας πως «δεν θέλουμε να δίνουμε όπλα που χρειάζεται η χώρα μας».
Αντί για νέα στρατιωτική βοήθεια ή αυστηρότερες κυρώσεις, ο Τραμπ ανακοίνωσε σύνοδο κορυφής με τον Πούτιν στη Βουδαπέστη, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να συμβάλει στο «τέλος αυτού του άδοξου πολέμου». Δεν υπήρξε, ωστόσο, καμία αναφορά σε πιθανή παύση των ρωσικών βομβαρδισμών κατά της ουκρανικής ενεργειακής υποδομής ενόψει του χειμώνα.
Παρόμοια στάση είχε τηρήσει και μετά τη συνάντηση με τον Πούτιν στην Αλάσκα τον Αύγουστο, όταν εγκατέλειψε τις πιέσεις για εκεχειρία, δίνοντας έτσι περιθώριο στη Μόσχα να εντείνει τις επιθέσεις της. Αυτή τη φορά, ο Τραμπ κάλεσε τις δύο πλευρές να παγώσουν τις εχθροπραξίες στις σημερινές γραμμές, κάτι που ο Ζελένσκι φέρεται να δέχθηκε ως βάση για νέες διαπραγματεύσεις. Δεν είναι σαφές αν ο Πούτιν σκοπεύει να αποδεχθεί.
Απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων, ο Τραμπ υποβάθμισε τις ανησυχίες ότι ο Πούτιν απλώς προσπαθεί να κερδίσει χρόνο. «Έχω αντιμετωπίσει τους καλύτερους σε όλη μου τη ζωή και βγήκα κερδισμένος», είπε, επιμένοντας πως «είναι καλός σε αυτά τα πράγματα».
Ο Τραμπ απέδωσε τη συνέχιση του πολέμου όχι στις ρωσικές απαιτήσεις, αλλά στη «κακή χημεία» μεταξύ των δύο ηγετών, θεωρώντας ότι και οι δύο πλευρές ευθύνονται για το μίσος που τους χωρίζει.
Από ρωσικής πλευράς, το Κρεμλίνο ανακοίνωσε ότι στη Βουδαπέστη θα συζητηθεί «ο αλγόριθμος για μια ειρηνική επίλυση της ουκρανικής κρίσης», φράση που δεν αφήνει περιθώρια για άμεση πρόοδο. Παράλληλα, δεν υπήρξε καμία ένδειξη αλλαγής στάσης της Ρωσίας, η οποία εξακολουθεί να αποκλείει την εκεχειρία, υποστηρίζοντας ότι το ζήτημα είναι «πολύπλοκο και δεν λύνεται γρήγορα».
Σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, φιλοκυβερνητικοί Ρώσοι σχολιαστές παρουσίασαν τη συνάντηση Τραμπ–Ζελένσκι ως προσωπική ταπείνωση του Ουκρανού προέδρου, τονίζοντας ότι ο Τραμπ τον αγνόησε επιδεικτικά, ενώ ο Πούτιν «έπαιξε όλους τους αντιπάλους του για άλλη μια φορά».
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες και η ουκρανική κυβέρνηση εκφράζουν αυξανόμενη ανησυχία πως ο Πούτιν δεν επιδιώκει πραγματική ειρήνη, αλλά χρόνο για να εδραιώσει τα κέρδη του στο πεδίο της μάχης. Ζητούν περισσότερη πίεση από την Ουάσινγκτον και ενισχυμένη στρατιωτική υποστήριξη προς το Κίεβο.
Από την πλευρά του, ο Πούτιν έχει επιστρατεύσει ένα ολόκληρο «οπλοστάσιο» τακτικών για να επηρεάσει τον Τραμπ: καθυστερήσεις, κολακεία, ψευδή αφηγήματα, ακόμη και προσωπικά σχόλια για τη Μελάνια Τραμπ. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Τραμπ, ο Ρώσος ηγέτης ξεκίνησε την πρόσφατη συνομιλία τους με εγκώμια για τη «Μεγάλη Επίτευξη Ειρήνης στη Μέση Ανατολή» που, όπως είπε, «ονειρεύονταν οι λαοί επί αιώνες».
Παρά το γεγονός ότι ο Πούτιν κατηγορείται από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την απαγωγή παιδιών από την Ουκρανία, δεν δίστασε να επαινέσει τη Μελάνια για τις «προσπάθειές της» να βοηθήσει παιδιά να επιστρέψουν στις οικογένειές τους — παρότι η ρωσική τηλεόραση έχει μεταδώσει στο παρελθόν προκλητικές εικόνες της.
Ο Ρώσος πρόεδρος επαναλαμβάνει συχνά ότι δεν θα είχε εισβάλει στην Ουκρανία αν ο Τραμπ ήταν τότε στην εξουσία, υπονοώντας ότι εκείνος θα είχε δεχθεί τις απαιτήσεις του Κρεμλίνου για υποχώρηση του ΝΑΤΟ στα προ του 1997 σύνορα.
Παρά τη ρητορική της «επικείμενης νίκης», οι ρωσικές δυνάμεις έχουν σημειώσει περιορισμένα εδαφικά κέρδη. Οι μάχες γύρω από την πόλη Ποκρόβσκ συνεχίζονται από το καλοκαίρι του 2024 χωρίς αποφασιστικό αποτέλεσμα. Παράλληλα, οι κυρώσεις της Δύσης και το αυξανόμενο κόστος του πολέμου πλήττουν την ρωσική οικονομία, με το 40% του κρατικού προϋπολογισμού να κατευθύνεται πλέον στις στρατιωτικές δαπάνες.
Σύμφωνα με το ανεξάρτητο κέντρο ερευνών Levada, η κόπωση από τον πόλεμο αρχίζει να γίνεται αισθητή: 63% των Ρώσων επιθυμούν τερματισμό των συγκρούσεων, έναντι μόλις 30% που στηρίζουν τη συνέχισή τους. Ωστόσο, το καθεστώς Πούτιν παραμένει σταθερό, ενισχύοντας τη λογοκρισία και την καταστολή κάθε κριτικής.







