Σύμφωνα με το Reuters, η τακτική τους επικεντρώνεται στην αξιοποίηση της δυναμικής του Τραμπ στην κινητοποίηση των ψηφοφόρων, χωρίς όμως να μετατρέψουν τις εκλογές σε «δημοψήφισμα» για έναν ολοένα και πιο αντιδημοφιλή πρόεδρο.
Πιο αναλυτικά, σε κλειστή σύσκεψη αυτή την εβδομάδα με κορυφαίους συντηρητικούς εκλογικούς παράγοντες, οι πολιτικοί σύμβουλοι του Τραμπ -μεταξύ αυτών η προσωπάρχης του Λευκού Οίκου Σούζι Γουάιλς, ο πολιτικός υπεύθυνος Τζέιμς Μπλερ και ο δημοσκόπος Τόνι Φαμπρίτσιο- παρουσίασαν σχέδιο σύμφωνα με το οποίο οι υποψήφιοι θα προβάλλουν τις φορολογικές περικοπές και τις πολιτικές αντιμετώπισης του πληθωρισμού των Ρεπουμπλικάνων.
Ωστόσο, οι Ρεπουμπλικάνοι επιδιώκουν να αποφύγουν να βρεθεί ο ίδιος ο Τραμπ στο επίκεντρο της εκστρατείας, καθώς οι στρατηγικοί αναλυτές φοβούνται ότι η φθίνουσα πολιτική του δυναμική μπορεί να πλήξει τους υποψηφίους σε αμφίρροπες εκλογικές περιφέρειες.
Σημειώνεται επίσης ότι το ρεπουμπλικανικό κόμμα αντιμετωπίζει δύσκολη μάχη για να διατηρήσει την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ενώ αυξάνεται και ο κίνδυνος απώλειας του ελέγχου της Γερουσίας.
Το αδιέξοδο στο Ιράν και η άνοδος του κόστους των καυσίμων
Σε ορισμένους κύκλους των Ρεπουμπλικάνων εντείνεται η ανησυχία ότι η προεδρία Τραμπ -και η πολιτική του επιρροή- εξαντλείται.
Ο Τραμπ φαίνεται να βρίσκεται σε αδιέξοδο με το Ιράν, με τόσο τις στρατιωτικές, όσο και τις διπλωματικές προσπάθειες να απέχουν σημαντικά από τον στόχο της διακοπής του πυρηνικού πρόγραμματος της Ισλαμικής Δημοκρατίας και της επαναλειτουργίας του Στενού του Ορμούζ, έπειτα από δύο μήνες πολέμου.
Στο ίδιο φόντο, όπως τονίζει το Reuters, η άνοδος των τιμών των καυσίμων απειλεί να εξουδετερώσει τα οφέλη των νέων φορολογικών μέτρων που περιλαμβάνονται στο νομοσχέδιο «One Big Beautiful Bill Act», τη βασική νομοθετική επιτυχία της δεύτερης θητείας του Τραμπ.
Η φθίνουσα δημοφιλία του Τραμπ
Την ίδια ώρα, μόλις το 36% των Αμερικανών εγκρίνει την απόδοση του Τραμπ, ποσοστό που αποτελεί το χαμηλότερο της τρέχουσας θητείας του, σύμφωνα με δημοσκόπηση του Reuters/Ipsos. Πολλοί πολίτες, ακόμη και Ρεπουμπλικάνοι, εκφράζουν ανησυχίες για την ιδιοσυγκρασία και τη διανοητική του διαύγεια, μετά από σειρά έντονων ξεσπασμάτων, ιδιαίτερα μέσω αναρτήσεών του σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.
Στο εσωτερικό του πολιτικού μηχανισμού του Τραμπ παραμένει ισχυρή η πεποίθηση ότι αποτελεί αποτελεσματικό «μεταφορέα μηνυμάτων». Η εκπρόσωπος Τύπου της Εθνικής Επιτροπής των Ρεπουμπλικάνων, Κίρστεν Πελς, δήλωσε ότι ο Τραμπ θα παραμείνει «ο ισχυρότερος παράγοντας κινητοποίησης» των συντηρητικών ψηφοφόρων, ενώ οι υποψήφιοι επιδιώκουν με θέρμη τη στήριξή του.
Στο ίδιο πλαίσιο, από την πλευρά του Λευκού Οίκου, η εκπρόσωπος Ολίβια Γουέιλς τόνισε ότι ο Τραμπ είναι «ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος» και παραμένει προσηλωμένος στη διατήρηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Έμφαση στα τοπικά ζητήματα, όχι στον Τραμπ
Επισημαίνεται ότι αρχικά, οι Ρεπουμπλικάνοι σχεδίαζαν να προβάλλουν τον Τραμπ ως κεντρικό πρόσωπο της εκλογικής αναμέτρησης. Πλέον, όμως, αυτή η στρατηγική φαίνεται λιγότερο ελκυστική. Όπως ανέφεραν πηγές, το βάρος μετατοπίζεται στα τοπικά ζητήματα και όχι στην προσωπικότητα του προέδρου.
«Η πολιτική συγκυρία έχει αλλάξει», σημείωσε μία από τις πηγές. «Τον Ιανουάριο είχε νόημα να επικεντρωθεί η εκστρατεία γύρω από τον Τραμπ. Σήμερα, οι ψηφοφόροι δεν θεωρούν ότι κάνει αρκετά για να μειώσει το κόστος ζωής, αλλά εξακολουθούν να πιστεύουν ότι οι Ρεπουμπλικάνοι θέλουν να το πετύχουν».
Παράλληλα, η χαμηλή δημοτικότητα των Δημοκρατικών δίνει στους Ρεπουμπλικάνους τη δυνατότητα να αντιπαραθέσουν τις δικές τους πολιτικές προτάσεις. Ωστόσο, η εξασθένηση της στήριξης προς τον Τραμπ ενδέχεται να προσφέρει στους Δημοκρατικούς περιθώριο να συνδέσουν τους αντιπάλους τους με τα αδύναμα σημεία του προέδρου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, ενώ το 2024 ο Τραμπ είχε προεκλογικά καταγγείλει τους «ανόητους πολέμους» και προβαλλόταν ως «πρόεδρος της ειρήνης», σήμερα εποπτεύει τη μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ από το 2003.
Επικριτές του υποστηρίζουν από τη μεριά τους ότι η κυβέρνηση δεν εκτίμησε επαρκώς την αντίδραση του Ιράν στις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις, ούτε τις ευρύτερες οικονομικές συνέπειες, όπως το «σοκ» στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά και τον κίνδυνο ύφεσης.
Η απόφαση του Τραμπ να παρατείνει επ’ αόριστον την αρχική δίμηνη εκεχειρία θεωρήθηκε από πολλούς ως υποχώρηση, ενώ η Τεχεράνη διατηρεί τον έλεγχο του Στενού του Ορμούζ και συνεχίζει το πυρηνικό της πρόγραμμα.
Ο Aaron David Miller, πρώην διαπραγματευτής για τη Μέση Ανατολή, εκτίμησε ότι το Ιράν θεωρεί πως διαθέτει πλεονέκτημα, ελέγχοντας έναν κρίσιμο θαλάσσιο διάδρομο.
«Οι Ιρανοί πιστεύουν ότι η αντοχή του Τραμπ σε οικονομικό και πολιτικό κόστος είναι περιορισμένη. Είναι διατεθειμένοι να τον εξαντλήσουν», δήλωσε χαρακτηριστικά.






