Αυτό αποκαλύπτει μεγάλη έρευνα της Wall Street Journal, η οποία επικαλείται εσωτερικές εκθέσεις συμμόρφωσης της Binance, στοιχεία blockchain, ξένες υπηρεσίες ασφαλείας και μη δημόσια έγγραφα.
Όπως αναφέρει η αμερικανική εφημερίδα, κεντρικό πρόσωπο της υπόθεσης είναι ο Ιρανός επιχειρηματίας Μπαμπάκ Ζαντζανί, ο οποίος εδώ και χρόνια θεωρείται ένας από τους βασικούς μηχανισμούς του ιρανικού καθεστώτος για την αποφυγή και παράκαμψη των δυτικών κυρώσεων.
Ο άνθρωπος πίσω από την παράκαμψη των κυρώσεων
Ο Μπαμπάκ Ζαντζανί, που παρουσιάζει τον εαυτό του ως «operator against sanctions», είχε τεθεί στο μικροσκόπιο των αμερικανικών αρχών ήδη από το 2013, όταν κατηγορήθηκε ότι συνέβαλε στη μεταφορά δισεκατομμυρίων δολαρίων για λογαριασμό της Τεχεράνης μέσω τραπεζικών δικτύων του εξωτερικού.
Σύμφωνα με τις παρούσες αποκαλύψεις της Wall Street Journal, μέσω της εταιρείας κρυπτονομισμάτων Zedcex και λογαριασμών στην Binance διακινήθηκαν περίπου 850 εκατ. δολάρια μέσα σε δύο χρόνια, κυρίως μέσω ενός βασικού λογαριασμού.
Τι έδειξαν οι εσωτερικοί έλεγχοι της Binance
Η εφημερίδα επικαλείται εσωτερικά έγγραφα της Binance, σύμφωνα με τα οποία οι ομάδες συμμόρφωσης είχαν διαπιστώσει ότι λογαριασμοί που ανήκαν σε συγγενικά πρόσωπα και συνεργάτες του Ζαντζανί συνδέονταν μεταξύ τους μέσω κοινών συσκευών πρόσβασης, γεγονός που θεωρήθηκε ένδειξη οργανωμένης δομής για την αποφυγή κυρώσεων.
Παρά τις αλλεπάλληλες εσωτερικές επισημάνσεις, αρκετοί από τους επίμαχους λογαριασμούς φέρονται να συνέχισαν να λειτουργούν για μήνες.
Ροές χρημάτων προς τους Φρουρούς της Επανάστασης
Κατά την WSJ, αμερικανικές αλλά και ξένες υπηρεσίες ασφαλείας εκτιμούν ότι σημαντικό μέρος των κεφαλαίων κατευθυνόταν σε δίκτυα που συνδέονται με τους Φρουρούς της Επανάστασης, τον ισχυρό στρατιωτικό και οικονομικό βραχίονα του ιρανικού καθεστώτος.
Οι Φρουροί της Επανάστασης θεωρείται ότι υποστηρίζουν οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ στον Λίβανο, η Χαμάς στη Γάζα και οι αντάρτες Χούθι στην Υεμένη.
Γιατί το Ιράν στράφηκε στα crypto
Όπως επισημαίνει η Wall Street Journal, η Τεχεράνη στρέφεται ολοένα περισσότερο στα κρυπτονομίσματα, καθώς οι διεθνείς κυρώσεις και ο αποκλεισμός από το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα περιορίζουν σημαντικά τις παραδοσιακές χρηματοοικονομικές της επιλογές.
Έτσι, τα κρυπτονομίσματα χρησιμοποιούνται ως εναλλακτικός μηχανισμός χρηματοδότησης, ώστε να παρακαμφθούν οι κυρώσεις που έχουν επιβληθεί στο Ιράν εν μέσω μίας περιόδου κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να περιορίσουν τις οικονομικές δυνατότητες της Τεχεράνης.
Ξένοι αξιωματούχοι που παρακολουθούν υποθέσεις χρηματοδότησης τρομοκρατίας δήλωσαν στη Wall Street Journal ότι εντόπισαν χρηματικές ροές μέσω Binance προς ιρανικές οντότητες ακόμη και τον Μάιο του 2026.
Η WSJ συνδέει σημαντικό μέρος αυτών των κεφαλαίων με τις εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου προς την Κίνα.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, πληρωμές από κινεζικές εταιρείες περνούσαν μέσα από πολύπλοκες διαδρομές κρυπτονομισμάτων πριν καταλήξουν σε δίκτυα που σχετίζονται με το ιρανικό καθεστώς.
Η εφημερίδα αναφέρει ακόμη ότι η Κεντρική Τράπεζα του Ιράν φέρεται να διακίνησε περίπου 107 εκατ. δολάρια σε crypto μέσω Binance, ενώ περίπου 260 εκατ. δολάρια εντοπίστηκαν σε άμεσες συναλλαγές ανάμεσα στην Binance και ψηφιακά πορτοφόλια που συνδέονται με κυρώσεις ή τρομοκρατικά δίκτυα. Παράλληλα, επιπλέον 218 εκατ. δολάρια μεταφέρθηκαν το 2023 προς ιρανικό κρατικό χρηματοδοτικό μηχανισμό μέσω wallet που είχε προηγουμένως λάβει κεφάλαια από τη Binance.
Η απάντηση της Binance – Απορρίπτει τα ευρήματα της έρευνας
Η Binance απέρριψε όσα περιλαμβάνονται στο ρεπορτάζ, δηλώνοντας ότι «δεν επιτρέπει συναλλαγές με πρόσωπα ή wallets που βρίσκονται υπό κυρώσεις» και ότι εφαρμόζει πλέον «μηδενική ανοχή σε παράνομες δραστηριότητες».
Ειδικότερα, ο CEΟ της εταιρείας, Ρίτσαρντ Τενγκ, διέψευσε επίσημα κάθε ισχυρισμό πως η Binance διευκόλυνε συναλλαγές κρυπτονομισμάτων που συνδέονται με το Ιράν, υποστηρίζοντας ότι το δημοσίευμα της WSJ παραποιεί το χρονικό πλαίσιο και το κανονιστικό πλαίσιο συμμόρφωσης των συγκεκριμένων συναλλαγών.
Η εταιρεία υποστήριξε ότι από το 2024 έχει αναπτύξει ένα από τα ισχυρότερα συστήματα κανονιστικής συμμόρφωσης στον χώρο των crypto, μειώνοντας σχεδόν πλήρως την έκθεσή της σε περιοχές υψηλού κινδύνου. Στο ίδιο πλαίσιο, ο Τενγκ είπε ότι οι συναλλαγές που αναφέρονται στο ρεπορτάζ έγιναν πριν την επιβολή των κυρώσεων, ενώ σημείωσε ότι η εταιρεία είχε ήδη ξεκινήσει εσωτερική διερεύνηση πριν ακόμη επικοινωνήσει μαζί της η αμερικανική εφημερίδα.
Κατά τον εσωτερικό έλεγχο εντοπίστηκαν πολλαπλοί λογαριασμοί, οι οποίοι ωστόσο αξιολογήθηκαν σύμφωνα με τις διαδικασίες συμμόρφωσης της εταιρείας, ανέφερε ο ίδιος, τονίζοντας ότι τα εργαλεία συμμόρφωσης της Binance παρακολουθούσαν τα μοτίβα συναλλαγών και ειδοποιούσαν τις εσωτερικές ομάδες ελέγχου.
Ο Τενγκ υπογράμμισε ότι η Binance συνεχίζει να συνεργάζεται με τις αμερικανικές αρχές ώστε να διασφαλίζεται η πλήρης συμμόρφωση με τους κανονισμούς.
Να σημειωθεί εδώ πως το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ έχει διεξάγει σχετική έρευνα που αφορά τη σχέση της Binance με οντότητες από το Ιράν. Επίσης, το 2023 η Binance παραδέχθηκε παραβιάσεις της αμερικανικής νομοθεσίας για το ξέπλυμα χρήματος και τις κυρώσεις, καταλήγοντας σε διακανονισμό ύψους 4,3 δισ. δολαρίων και αποδεχόμενη τον διορισμό ανεξάρτητου επόπτη συμμόρφωσης.
Σύμφωνα, ωστόσο, με την WSJ οι αμερικανικές αρχές εξακολουθούν να εξετάζουν εάν η Binance συνέχισε, έστω και έμμεσα, να διευκολύνει συναλλαγές που σχετίζονται με το Ιράν ακόμη και μετά τον μεγάλο διακανονισμό του 2023, ενώ αξιωματούχοι του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών ανέφεραν ότι πάνω από 1 δισ. δολάρια φέρονται να σχετίζονται με ιρανικές συναλλαγές το 2024 και το 2025.
Σύμφωνα με την εταιρεία, από την άλλη, η έκθεση σε συναλλαγές που σχετίζονται με κυρώσεις μειώθηκε κατά 96,8% από τον Ιανουάριο του 2024 έως τον Ιούλιο του 2025. Ο Τενγκ ανέφερε ότι από το 2023 έχουν αναβαθμιστεί σημαντικά οι διαδικασίες ελέγχου και ταυτοποίησης χρηστών. Όπως εξήγησε, περισσότεροι από 1.500 εργαζόμενοι απασχολούνται πλέον στους τομείς συμμόρφωσης, ερευνών και διαχείρισης κινδύνου, ενώ επανάλαβε ότι η Binance εφαρμόζει πολιτική μηδενικής ανοχής απέναντι σε παράνομες οικονομικές δραστηριότητες.



