Σύμφωνα με ρεπορτάζ των New York Times, αντιμέτωπος με πιέσεις στο εσωτερικό και το εξωτερικό, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε τη Δευτέρα ότι ο ίδιος και ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς υπέγραψαν ηλεκτρονικά ένα έγγραφο με τους Ιρανούς, το οποίο έθετε επίσημα τέλος στον πόλεμο, που είχε ξεκινήσει στις 28 Φεβρουαρίου όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ επιτέθηκαν στο Ιράν.
Την Τετάρτη, ο Αμερικανός πρόεδρος υπέγραψε εκ νέου τη συμφωνία στη Γαλλία, στο Ανάκτορο των Βερσαλλιών. Για την ιστορία, πριν από περισσότερο από έναν αιώνα είχε υπογραφεί στο ίδιο μέρος η μοιραία συνθήκη που έβαλε τέλος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το κόστος του πολέμου εξακολουθεί να υπολογίζεται, καθώς ξεκινά μια περίοδος 60 ημερών για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.
Ο «φόρος αίματος»
Σύμφωνα με τους New York Times, σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε μέχρι στιγμής, περισσότεροι από 3.000 Ιρανοί υπολογίζεται ότι έχουν σκοτωθεί στη διάρκεια της σύγκρουσης.
Από την πλευρά του, το Ισραήλ δηλώνει ότι έχουν σκοτωθεί 26 Ισραηλινοί, ενώ χιλιάδες άνθρωποι και στις δύο χώρες έχουν τραυματιστεί.
Ο αμερικανικός στρατός αναφέρει ότι έχουν σκοτωθεί 13 μέλη των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ.
Την ίδια ώρα, σύμφωνα με το υπουργείο υγείας του Λιβάνου περίπου 3.700 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί στη χώρα λόγω των ισραηλινών επιθέσεων.
Πλήγματα, κυρίως από το Ιράν, έχουν επίσης προκαλέσει θανάτους σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένων εργαζομένων από χώρες της Νότιας Ασίας που βρίσκονταν στα κράτη του Περσικού Κόλπου.
Να σημειωθεί επίσης ότι ο αμερικανικός στρατός σκότωσε τρεις Ινδούς πολίτες ναυτικούς σε επίθεση εναντίον εμπορικού πλοίου κοντά στο Ομάν, γεγονός που αύξησε τις εντάσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ινδίας.
Υπενθυμίζεται επίσης ότι στο πιο θανατηφόρο περιστατικό με θύματα αμάχους, που συγκλόνισε τον κόσμο, αμερικανικός πύραυλος κατέστρεψε ένα ιρανικό σχολείο, σκοτώνοντας τουλάχιστον 175 ανθρώπους την πρώτη ημέρα του πολέμου.
Το οικονομικό κόστος
Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, η οικονομία του Ιράν αντιμετώπιζε ήδη σοβαρά προβλήματα πριν από τον πόλεμο. Τώρα όμως βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Οι τιμές των τροφίμων και άλλων βασικών αγαθών έχουν εκτοξευθεί και η καθημερινή ζωή έχει γίνει ιδιαίτερα δύσκολη.
Η κλίμακα των καταστροφών είναι τεράστια, με εκατοντάδες σχολεία και υγειονομικές εγκαταστάσεις να έχουν υποστεί ζημιές ή να έχουν καταστραφεί κατά τη διάρκεια του πολέμου, σύμφωνα με την Ιρανική Ερυθρά Ημισέληνο, τον κύριο ανθρωπιστικό οργανισμό αρωγής της χώρας.
Από την άλλη πλευρά, για τους Αμερικανούς φορολογουμένους και καταναλωτές, το κόστος του πολέμου ανέρχεται σε τουλάχιστον 132 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με εκτίμηση της Moody’s Analytics. Το ποσό αυτό περιλαμβάνει στρατιωτικές δαπάνες, αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας και των πρώτων υλών, καθώς και την άνοδο των επιτοκίων, δήλωσε ο Μαρκ Ζάντι, επικεφαλής οικονομολόγος της εταιρείας.
Υψηλόβαθμος αξιωματούχος του Πενταγώνου δήλωσε στο Κογκρέσο τον περασμένο μήνα ότι το κόστος για τον στρατό είχε φθάσει περίπου τα 29 δισεκατομμύρια δολάρια. Η εκτίμηση αυτή ωστόσο δεν περιλάμβανε το κόστος επισκευής περισσότερων από δώδεκα αμερικανικών βάσεων στην περιοχή που υπέστησαν ζημιές από ιρανικές επιθέσεις.
Όπως τονίζεται, στο συνολικό κόστος πρέπει επίσης να προστεθούν οι δαπάνες επισκευής και συντήρησης, καθώς και το κόστος διατήρησης ομάδων κρούσης αεροπλανοφόρων στη θάλασσα.
«Κοστίζει πολλά χρήματα απλώς και μόνο να διατηρείται όλο αυτό το προσωπικό και ολόκληρος αυτός ο μηχανισμός ανεπτυγμένος στην περιοχή», δήλωσε η Λίντα Μπίλμες, ειδική στα δημόσια οικονομικά και ανώτερη λέκτορας στη Σχολή Διακυβέρνησης Κένεντι του Χάρβαρντ.
Το Ιράν προκάλεσε επίσης σοβαρές ζημιές και σε άλλα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία στην περιοχή, μεταξύ των οποίων ένα πολύτιμο στρατιωτικό αεροσκάφος έγκαιρης προειδοποίησης με ραντάρ που βρισκόταν σε αεροδρόμιο της Σαουδικής Αραβίας, καθώς και το συγκρότημα της αμερικανικής πρεσβείας στο Ριάντ.
Οι τιμές ενέργειας
Όσον αφορά τώρα τις συνέπειες του πολέμου στην εκτόξευση του ενεργειακού κόστους, επισημαίνεται ότι οι Αμερικανοί έχουν πληρώσει περίπου 60 δισεκατομμύρια δολάρια περισσότερα για βενζίνη και πετρέλαιο κίνησης από την έναρξη της σύγκρουσης, σύμφωνα με τον Δείκτη Ενεργειακού Κόστους του Πολέμου με το Ιράν του Πανεπιστημίου Μπράουν.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 460 δολάρια επιπλέον ανά νοικοκυριό.
Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ ξεκίνησαν τον πόλεμο εναντίον του Ιράν, οι Αμερικανοί πλήρωναν κατά μέσο όρο 2,98 δολάρια ανά γαλόνι καυσίμου, σύμφωνα με την Αμερικανική Ένωση Αυτοκινήτου (ΑΑΑ).
Έκτοτε, οι τιμές των καυσίμων σημείωσαν μεγάλες αυξήσεις και σήμερα διαμορφώνονται περίπου στα 4 δολάρια ανά γαλόνι.
Οι τιμές του πετρελαίου εκτινάχθηκαν όταν ο ιρανικός στρατός επιτέθηκε σε ορισμένα εμπορικά πλοία στα Στενά του Ορμούζ. Το γεγονός αυτό, διέκοψε τη ροή πετρελαίου σε παγκόσμιο επίπεδο. Σημειώνεται ότι το αργό πετρέλαιο αποτελεί τη βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή βενζίνης.
Η διεθνής τιμή αναφοράς του αργού πετρελαίου έχει υποχωρήσει από τότε που ανακοινώθηκε το πλαίσιο της συμφωνίας. Σήμερα, βρίσκεται κοντά στα 80 δολάρια το βαρέλι, ενώ σε κάποια στιγμή το Μάρτιο είχε φθάσει περίπου τα 120 δολάρια ανά βαρέλι.
Οι υψηλές τιμές των καυσίμων μετακυλίστηκαν σε ολόκληρη την οικονομική αλυσίδα και αύξησαν πολλές ακόμη δαπάνες που σχετίζονται με την ενέργεια, όπως τα αεροπορικά εισιτήρια και οι μεταφορές πρώτων υλών και βιομηχανικών προϊόντων.
Το κόστος σε λιπάσματα και τρόφιμα
Κλείνοντας, να σημειωθεί ότι οι διαταραχές στο παγκόσμιο εμπόριο που προκλήθηκαν από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχουν ασκήσει πίεση στις τιμές εμπορευμάτων όπως το θείο, βασικό συστατικό ορισμένων λιπασμάτων.
Έκθεση του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων (Council on Foreign Relations), που δημοσιεύθηκε νωρίτερα αυτόν τον μήνα από τον Μάξιμο Τορέρο Κουγιέν, επικεφαλής οικονομολόγο του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO), ανέφερε ότι οι διαταραχές στα Στενά του Ορμούζ θα έχουν συνέπειες που «εκτείνονται πολύ πέρα από τη γεωργία, απειλώντας με υψηλότερες τιμές τροφίμων, μεγαλύτερο πληθωρισμό στα τρόφιμα, μειωμένη οικονομική ανάπτυξη και αυξημένη πείνα παγκοσμίως».






