Για το Νέο Δελχί, το βασικό διακύβευμα δεν είναι οι δασμοί του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ούτε οι κατά καιρούς διαφωνίες με την Ουάσιγκτον. Είναι ο έλεγχος των θαλάσσιων δρόμων του Ινδο-Ειρηνικού και η αυξανόμενη ισχύς της Κίνας.
Η Ινδία είναι μια κατεξοχήν θαλάσσια οικονομία. Περίπου το 95% του εξωτερικού εμπορίου της διακινείται διά θαλάσσης, ενώ η ενεργειακή της ασφάλεια εξαρτάται από τις θαλάσσιες μεταφορές πετρελαίου και LNG από τον Περσικό Κόλπο. Τα Στενά του Ορμούζ, ο Κόλπος του Άντεν, η Αραβική Θάλασσα και ο Ινδικός Ωκεανός αποτελούν ζωτικές αρτηρίες για την ανάπτυξη της χώρας.
Ακριβώς σε αυτή τη γεωγραφία εξελίσσεται σήμερα ο μεγαλύτερος στρατηγικός ανταγωνισμός του πλανήτη. Η Κίνα δεν περιορίζεται πλέον στη Νότια Σινική Θάλασσα. Μέσω του δικτύου λιμένων, υποδομών και επενδύσεων που έχει αναπτύξει στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας Belt and Road, έχει αποκτήσει πλέον παρουσία σε κρίσιμα σημεία του Ινδικού Ωκεανού, δημιουργώντας ένα πλέγμα επιρροής που προκαλεί ανησυχία στο Νέο Δελχί.
Για τους Ινδούς αναλυτές, το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό. Η παρουσία της Κίνας στο λιμάνι Γκουαντάρ του Πακιστάν, οι επενδύσεις στη Σρι Λάνκα, στο Μπανγκλαντές και σε άλλες παράκτιες υποδομές της περιοχής θεωρούνται μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής που περιορίζει τα περιθώρια κινήσεων της Ινδίας στο φυσικό της γεωγραφικό χώρο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες αποκτά κρίσιμη σημασία. Παρά τις εντάσεις που προκάλεσαν οι αμερικανικοί δασμοί, οι πιέσεις για τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου και οι παρεμβάσεις του Τραμπ στις σχέσεις Ινδίας–Πακιστάν, η κυβέρνηση του Ναρέντρα Μόντι δεν δείχνει διατεθειμένη να αμφισβητήσει τον στρατηγικό προσανατολισμό της χώρας.
Ο λόγος είναι απλός, μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν σήμερα τη ναυτική, οικονομική και στρατιωτική ισχύ που μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο στην Κίνα.
Η πραγματική ανησυχία της Ινδίας πηγάζει από τη διαρκή διεύρυνση της ψαλίδας ισχύος με την Κίνα. Η κινεζική οικονομία είναι πλέον περίπου πέντε φορές μεγαλύτερη από την ινδική, ενώ το Πεκίνο μετατρέπει συστηματικά αυτή την οικονομική υπεροχή σε στρατιωτικές δυνατότητες.
Η Κίνα διαθέτει τρία αεροπλανοφόρα, σύγχρονα μαχητικά πέμπτης γενιάς, ισχυρή αμυντική βιομηχανία και τη μεγαλύτερη ναυπηγική βάση στον κόσμο. Αντίθετα, η Ινδία εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από εισαγόμενα οπλικά συστήματα και ξένη τεχνολογία.
Οι εξελίξεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για τη ναυτιλία. Ο Ινδο-Ειρηνικός φιλοξενεί τις σημαντικότερες εμπορικές θαλάσσιες λεωφόρους του πλανήτη.
Από την περιοχή διέρχεται μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου εμπορευματοκιβωτίων, των ενεργειακών φορτίων και των πρώτων υλών. Η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Κίνας, Ινδίας και Ηνωμένων Πολιτειών επηρεάζει άμεσα την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, τις αλυσίδες εφοδιασμού και το κόστος του διεθνούς εμπορίου.
Θεωρητικά, η Ινδία θα μπορούσε να αναζητήσει άλλους στρατηγικούς εταίρους. Η Russia παραμένει σημαντικός προμηθευτής οπλικών συστημάτων, όμως η στενότερη σχέση της με την Κίνα και οι συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία έχουν περιορίσει την αξία της ως γεωπολιτικού αντιβάρου.
Παράλληλα, χώρες όπως η Ιαπωνία και η Αυστραλία ενισχύουν τη συνεργασία τους με την Ινδία μέσω του σχήματος Quadrilateral Security Dialogue, αλλά οι δυνατότητές τους δεν επαρκούν για να εξισορροπήσουν από μόνες τους την κινεζική ισχύ.
Ακόμη και μια πιθανή προσέγγιση με το Πεκίνο εμφανίζεται εξαιρετικά δύσκολη. Οι συνοριακές διαφορές στα Ιμαλάια, οι συγκρούσεις των τελευταίων ετών και η στενή στρατηγική συνεργασία Κίνας–Πακιστάν δημιουργούν ένα περιβάλλον βαθιάς αμοιβαίας δυσπιστίας.
Η Ινδία γνωρίζει ότι οποιαδήποτε προσωρινή βελτίωση των σχέσεων δεν αναιρεί τον μακροπρόθεσμο ανταγωνισμό για επιρροή στην Ασία και στον Ινδικό Ωκεανό.
Η συνεργασία Ινδίας–ΗΠΑ δεν στηρίζεται πλέον σε πολιτικές συμπάθειες ή προσωπικές σχέσεις ηγετών. Βασίζεται σε μια κοινή στρατηγική ανάγκη, τη διατήρηση μιας ισορροπίας ισχύος στον Ινδο-Ειρηνικό που θα αποτρέψει την απόλυτη κυριαρχία της Κίνας στις σημαντικότερες θαλάσσιες εμπορικές διαδρομές του κόσμου.
Για τη διεθνή ναυτιλία, τη θαλάσσια οικονομία και τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, αυτή η εξέλιξη αποτελεί μία από τις σημαντικότερες γεωστρατηγικές παραμέτρους της επόμενης δεκαετίας.






