Η συζήτηση για επικαιροποίηση των κανόνων στα σχολικά κυλικεία κρατάει τουλάχιστον μία διετία, ωστόσο το νέο ΦΕΚ δημοσιεύθηκε μόλις τον Ιούνιο, ενώ η τροποποιητική απόφαση στις 15 Σεπτεμβρίου, τέσσερις μέρες δηλαδή μετά την επίσημη έναρξη της φετινής σχολικής χρονιάς.
Συνοπτικά, οι αλλαγές αφορούν:
- στον σαφέστερο καθορισμό των ποσοτήτων, με τις ακριβείς προδιαγραφές να διαφοροποιούνται ανά κατηγορία προϊόντος και ηλικιακή βαθμίδα·
- στην αντικατάσταση των αλλαντικών με ψητό ή βραστό κοτόπουλο και γαλοπούλα·
- στην παρασκευή γαλακτοκομικών ροφημάτων στο κυλικείο από φρέσκο γάλα και φρέσκα ή κατεψυγμένα φρούτα και την απαγόρευση αντίστοιχων τυποποιημένων ροφημάτων ή χρήσης έτοιμης σκόνης για την παρασκευή τους·
- στην πώληση γαλακτοκομικών προϊόντων, όπως κεφίρ και γιαούρτι·
Επίσης, το νέο πλαίσιο δίνει έμφαση σε ζητήματα όπως ο περιορισμός των ελεύθερων σακχάρων, του νατρίου και των κορεσμένων λιπαρών, καθώς και στην αύξηση της πρόσληψης φυτικών ινών. Υπό αυτό το πρίσμα, απαγορεύονται και τα αναψυκτικά και ενεργειακά ποτά.
Ωστόσο, πίσω από τις νέες προδιαγραφές προκύπτει το κρίσιμο ερώτημα του κατά πόσον μπορούν να εφαρμοστούν, κρατώντας τους μαθητές στο σχολικό κυλικείο.
«Το κυλικείο πρέπει να είναι το επίκεντρο της σχολικής διατροφής»
Για τον επίκουρο καθηγητή Υγιεινής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, Κώστα Ντελέζο, η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί στο – ούτως ή άλλως κοινώς αποδεκτό – πρόταγμα της υγιεινής διατροφής, αλλά το κρίσιμο είναι εάν οι νέοι κανόνες συνάδουν με την πραγματικότητα του ελληνικού σχολείου.
Ο κ. Ντελέζος, ο οποίος είχε συμβάλει ως επιστημονικός σύμβουλος στη διαμόρφωση αιτιολογικής έκθεσης που είχε αποσταλεί στο αρμόδιο υπουργείο το 2024, σημειώνει στο «R» ότι ήταν κρίσιμο στην επικαιροποίηση του προηγούμενου πλαισίου να ληφθούν υπόψη οι σημερινές συνθήκες. Δηλαδή, (α) ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας του σύγχρονου σχολείου, (β) η αύξηση αυτοάνοσων και διατροφικών αλλεργιών και (γ) η ανάγκη για επαρκέστερο διαχωρισμό στις ηλικιακές ομάδες και βαθμίδες ανάλογα με τις διατροφικές και ενεργειακές τους ανάγκες.
Ωστόσο, η κυρίαρχη εντύπωση φαίνεται να είναι πως, παρότι η Εθνική Επιτροπή Διατροφής διαμόρφωσε τους νέους κανόνες με βάση διεθνείς προδιαγραφές, αυτοί είναι δύσκολα εφαρμόσιμοι στο ελληνικό σχολείο.
Όπως μας εξηγεί ο ίδιος, ένα υπερβολικά αυστηρό πλαίσιο μπορεί να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο: αντί να κρατήσει τα παιδιά στο κυλικείο και να βελτιώσει τις επιλογές τους, να τα στρέψει σε άλλες λύσεις. Κι έτσι το σχολικό κυλικείο να πάψει να αποτελεί επίκεντρο της σχολικής διατροφής και, άρα, να μην ελέγχεται τι καταναλώνουν οι μαθητές.
Την ίδια ώρα, προβληματική θεωρεί και τη διάταξη για την εγκατάσταση αυτόματων πωλητών, πράγμα που, όπως υπογραμμίζει, γεννά εύλογες ανησυχίες για τα προϊόντα που θα πωλούνται, τις προδιαγραφές ασφαλείας που θα πληρούν, τους κανόνες συντήρησης, καθώς και την ενημέρωση για πιθανά αλλεργιογόνα· ζητήματα που πλέον είναι υποχρεωμένο να καλύπτει το σχολικό κυλικείο.
«Μας πέταξαν το γάντι για να τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας»
Λίγες μέρες μετά την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς, η πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Κυλικειαρχών, Μυρσίνη Μαστραντωνά, μας περιγράφει, με τη σειρά της, ένα όχι και τόσο ευοίωνο τοπίο.
«Είμαστε σε καθεστώς ανασφάλειας. Μας πέταξαν το γάντι να τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας, χωρίς βοήθεια και χωρίς επιμόρφωση», λέει στο «R», σημειώνοντας ότι πολλά σχολεία έχουν μείνει χωρίς κυλικείο, αφού πολλοί επαγγελματίες, φοβούμενοι το νέο πλαίσιο, αποσύρθηκαν. Ενδεικτικό είναι πως από τα 9 μέλη του διοικητικού της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας, τα 2 δεν ανανέωσαν φέτος τις άδειες των σχολικών κυλικείων που είχαν αναλάβει.
Φόβητρο και τα εξαιρετικά υψηλά διοικητικά πρόστιμα που, όπως εξηγεί, ξεκινούν από τα 2.000 και φτάνουν μέχρι τα 10.000 ευρώ, θέτοντας εν αμφιβόλω την επιβίωση του κυλικείου. «Οι έλεγχοι από τον ΕΦΕΤ, την Περιφέρεια, το υπουργείο Ανάπτυξης και τις υγειονομικές υπηρεσίες είναι σωστοί και πρέπει να γίνονται», σημειώνει η κ. Μαστραντωνά, επιμένοντας ωστόσο πως χωρίς περίοδο προσαρμογής, οι επαγγελματίες βρίσκονται αντιμέτωποι με δυσανάλογες συνέπειες σε περίπτωση λάθους, λόγω ελλιπούς ενημέρωσης και κατανόησης του νέου πλαισίου.
Επικαλείται, μάλιστα, το παράδειγμα της Ολλανδίας, όπου – όπως λέει – το νέο πλαίσιο εφαρμόστηκε πιλοτικά, με παράλληλη επιδότηση, και αφού επιλύθηκαν εγκαίρως τα όποια πρακτικά προβλήματα, το μέτρο επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη χώρα και επιμορφώθηκαν οι επαγγελματίες του χώρου.
Ωστόσο, στη χώρα μας το νέο ΦΕΚ φαίνεται πως δημιουργεί αρκετές πρακτικές δυσκολίες. Η κ. Μαστραντωνά υπογραμμίζει ότι η βραστή γαλοπούλα, με την οποία αντικαταστάθηκαν τα αλλαντικά, δεν διατίθεται στην αγορά, ενώ η μείωση των ποσοτήτων δημιουργεί προβλήματα με τους προμηθευτές.
Και καθώς οι κυλικειάρχες μετρούν πλέον... και το τελευταίο γραμμάριο, η ίδια εκτιμά πως οι νέες ποσότητες δεν καλύπτουν τις ενεργειακές απαιτήσεις των μαθητών, αναγκάζοντάς τους να αγοράζουν περισσότερα είδη και άρα αυξάνοντας την οικονομική επιβάρυνση.
«Ποιος μαθητής γυμνασίου και λυκείου είναι εντάξει με ένα κουλούρι 80 γραμμαρίων ή με μία τυρόπιτα 100;», διερωτάται, διευκρινίζοντας πως μέχρι σήμερα δεν υπήρχαν αυτοί οι περιορισμοί.
Παράλληλα, σημειώνει ότι μερικά από τα νέα είδη (π.χ. κοτόπουλο, γαλοπούλα) απαιτούν μεγαλύτερη προσοχή στη διαχείρισή τους και διαφορετική οργάνωση της παραγωγής, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να αλλάξει όλη η διαδικασία προγραμματισμού της προετοιμασίας, συντήρησης και διάθεσης των προϊόντων.
«Κάθε μέρα μηχανάκια delivery φέρνουν παραγγελίες»
Κι όσον αφορά τους ίδιους τους μαθητές, η κ. Μαστραντωνά μας εξηγεί πως κι εκείνοι αντιδρούν στους νέους κανόνες, καταφεύγοντας σε άλλες λύσεις. Μεταξύ αυτών και το delivery· μία πρακτική που, αν και απαγορεύεται, δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά, αλλά από την έναρξη της φετινής σχολικής χρονιάς έχει διογκωθεί.
Η είδηση για τα μηχανάκια που… συνωστίζονται στα σχολεία έγινε viral, ως ένα κωμικοτραγικό συμβάν, ήδη από το άνοιγμα των σχολείων. Η κ. Μαστραντωνά, η οποία διατηρεί κυλικείο σε Λύκειο της Χαλκίδας, επιβεβαιώνει πως ήδη μέσα λίγες μέρες το… φαινόμενο έχει προλάβει να πάρει πρωτόγνωρες διαστάσεις.
«Κάθε μέρα βλέπουμε δεκάδες μηχανάκια να φέρνουν παραγγελίες. Και τι να κάνουμε; Να βγάζουμε φωτογραφίες και να τους κυνηγάμε;», λέει χαρακτηριστικά.



