Όλα ξεκίνησαν όταν ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του CDU, Γενς Σπαν, αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τη θέση του μετά τη θύελλα αντιδράσεων που προκάλεσε η απόκτηση ενός παιδιού με τον σύζυγό του μέσω παρένθετης μητέρας στις ΗΠΑ, παρακάμπτοντας με αυτόν τον τρόπο τόσο τη γερμανική νομοθεσία όσο και τη συνεδριακή απόφαση των Χριστιανοδημοκρατών, που δηλώνουν αντίθετοι στην εμπορευματοποίηση της τεκνοποίησης. Η υπόθεση δεν άγγιξε προσωπικά τον Μερτς. Εντούτοις, ο καγκελάριος θεώρησε πως το timing ήταν κατάλληλο για μια ευρύτερη αναδιάταξη της κυβερνητικής ομάδας των Χριστιανοδημοκρατών.
Ένας ανασχηματισμός … φιάσκο – Η αρχή του τέλους;
Μια από τις αλλαγές στις οποίες ήθελε να προβεί ο καγκελάριος ήταν στο Υπουργείο Μεταφορών και Υποδομών. Επικεφαλής του ήταν μέχρι πρότινος ο Πάτρικ Σνίντνερ, ο οποίος καλούνταν να υλοποιήσει το σχέδιο ανανέωσης των υποδομών της χώρας, για το οποίο εγκρίθηκε, εξάλλου, η χαλάρωση του φρένου χρέους τον Μάρτιο του 2025. Ωστόσο, στην Καγκελαρία δεν ήταν ευχαριστημένοι με τη δουλειά του Σνίντνερ, καθώς θεωρούσαν ότι το πλάνο προχωρούσε αργά και με λάθος προτεραιότητες. Επιπλέον, το Υπουργείο του Σίντνερ βρισκόταν σε διαρκή ένταση με το Υπουργείο Οικονομικών, του οποίου ηγείται ο αντικαγκελάριος και συμπρόεδρος του SPD, Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, για την παροχή της απαραίτητης ρευστότητας. Δεδομένου ότι η πολιτική επιβίωση του Μερτς εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη στήριξη των Σοσιαλδημοκρατών, ο καγκελάριος θεώρησε μονόδρομο την αποπομπή του Σνίντνερ, στην οποία όμως πήγαν όλα λάθος.
Συγκεκριμένα, στις 23 Ιουλίου ο Σνίντνερ ειδοποιήθηκε από τον Μερτς ότι θα τον αντικαταστήσει. Την επόμενη ημέρα ο προς αποχώρηση υπουργός ειδοποίησε ορισμένους βουλευτές και τον Τύπο μέσω διαρροής ότι η θητεία του ολοκληρώνεται πρόωρα και ότι ο καγκελάριος θα ανακοινώσει τον διάδοχό του σε συνέντευξη Τύπου. Αυτή πραγματοποιήθηκε, αλλά ο καγκελάριος δεν ανακοίνωσε κανένα νέο όνομα, καθώς το πρόσωπο που είχε αρχικά επιλεγεί απέρριψε την πρόταση την τελευταία στιγμή. Με την αποπομπή του Σνίντνερ να έχει διαρρεύσει και τον Μερτς να μην ανακοινώνει καν την αποχώρησή του, ο καγκελάριος προκάλεσε την οργή μεγάλης μερίδας της κοινοβουλευτικής ομάδας.
Ιδιαίτερα αντιδραστική ήταν η τοπική οργάνωση της Ρηνανίας-Παλατινάτου. Οι Χριστιανοδημοκράτες του κρατιδίου επικράτησαν στις τοπικές εκλογές μόλις προ ολίγων μηνών, βάζοντας τέλος στη σοσιαλδημοκρατική πρωτοκαθεδρία τριών δεκαετιών. Πρόκειται για μια από τις λίγες αξιοσημείωτες εκλογικές επιτυχίες του CDU τα τελευταία χρόνια. Συνεπώς η επιρροή της τοπικής οργάνωσης θεωρείται ενισχυμένη. Και το χειρότερο για τον Μερτς: ο πρωτεργάτης αυτής της νίκης ήταν ο μετέπειτα πρωθυπουργός Γκόρντον Σνίντνερ, ο οποίος τυγχάνει να είναι αδελφός του Πάτρικ, του υπουργού που είχε τόσο άτσαλα και ταπεινωτικά παύσει από τα καθήκοντά του.
Εν τέλει, ο Πάτρικ Σνίντνερ προχώρησε δύο μέρες αργότερα, στις 26 Ιουλίου, μόνος του στην ανακοίνωση της αποχώρησής του, μετατρέποντας οριστικά τον ανασχηματισμό του Μερτς από μήνυμα ανανέωσης σε φιάσκο και προκαλώντας τον εκνευρισμό των βουλευτών, που είχαν προηγουμένως αναγκαστεί λόγω των εξελίξεων να διακόψουν τις διακοπές τους.
Όταν ο Μερτς πλήγωσε το κόμμα του
Όσοι παρακολουθούν στενά τις πολιτικές εξελίξεις στο Βερολίνο καταλογίζουν στον Μερτς έλλειψη πολιτικού αισθητηρίου και παλαιάς κοπής επικοινωνία, η οποία τον εμποδίζει να προχωρήσει στις θεσμικές τομές που χρειάζεται η Γερμανία σε μια εποχή αυξημένων κρίσεων και γεωπολιτικών εντάσεων.
Η κατάσταση αυτή είναι, ως έναν βαθμό, αυτοδημιούργητη. Όσο ήταν ακόμη αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης – και εν δυνάμει καγκελάριος – καλλιέργησε στο κόμμα του προσδοκίες που δεν ήταν ρεαλιστικές. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν η μεταρρύθμιση του περιβόητου φρένου χρέους. Πριν τις εκλογές ο Μερτς απέρριπτε κάθε προσπάθεια μεταρρύθμισής του, υποστηρίζοντας ότι οι δυσκολίες της κυβέρνησης Σολτς με τα δημοσιονομικά ήταν ζήτημα ανικανότητας. Ωστόσο μετέβαλλε τη θέση του μόλις λίγες μέρες μετά την εκλογική του νίκη, αντιλαμβανόμενος ότι το σφιχτό δημοσιονομικό πλαίσιο θα τον έφερνε σε δύσκολη θέση. Το κόμμα του τον στήριξε, αλλά με βαριά καρδιά.
Πολλοί στη Χριστιανική Ένωση ανέμεναν με την έλευση του Μερτς στην καγκελαρία κάποιου είδους «συντηρητική επανάσταση», για να διαπιστώσουν στη συνέχεια πως αυτό ήταν ανέφικτο, δεδομένης της κουλτούρας συμμαχιών που χαρακτηρίζει το μεταπολεμικό γερμανικό πολιτικό σύστημα. Πλέον, ο καγκελάριος βρίσκεται αντιμέτωπος με το πρόβλημα ότι οι άλλοτε υποστηρικτές του, αυτοί που τον έφεραν στην προεδρία των Χριστιανοδημοκρατών το 2022, βρίσκονται σήμερα απέναντί του. Η κατάσταση ενδεχομένως να ήταν πιο διαχειρίσιμη αν είχε υιοθετήσει πιο ήπιους τόνους όσο ήταν στην αντιπολίτευση και δεν επιχειρούσε να αντιγράψει θέσεις της AfD στο μεταναστευτικό.
Η πολιτική δεν είναι BlackRock
Από εκεί και πέρα είναι κοινή παραδοχή στο Βερολίνο ότι ο Μερτς δεν διαπρέπει στον συντονισμό του κυβερνητικού έργου. Αυτό έχει να κάνει και με την παντελή έλλειψη κυβερνητικής εμπειρίας. Προτού γίνει καγκελάριος, δεν είχε καμία υπουργική θέση ή κυβερνητική ευθύνη, ούτε καν σε αυτοδιοικητικό επίπεδο. Παράλληλα, του καταλογίζεται έλλειψη εμπάθειας ως προς τις ανάγκες των πολιτών, ιδιαίτερα των πιο ευάλωτων, στοιχείο που δυσκολεύει την επικοινωνία του με την κοινωνία σε περιόδους κρίσης. Ο Μερτς και η ομάδα του δεν αντιλήφθηκαν εγκαίρως ότι στην πολιτική η ηγεσία απαιτεί την ικανότητα της σύνθεσης διαφορετικών απόψεων και εξισορρόπησης συμφερόντων. Είναι μια πιο δύσκολη εξίσωση από το στοίχημα της ηγεσίας της BlackRock, της οποίας ο μόνος στόχος – όπως και κάθε πολυεθνικής – είναι το κέρδος.
Από εκεί και πέρα, το πόσο πιεστική είναι η συγκυρία για τον καγκελάριο αποτυπώνεται από τα σχόλια δημοσιογραφικών κύκλων του Βερολίνου ότι μεμονωμένες ομάδες ανάμεσα στους Χριστιανοδημοκράτες επεξεργάζονται σενάρια για μια επόμενη μέρα χωρίς τον Μερτς. Από την άλλη, με δεδομένες τις χαμηλές δημοσκοπικές του επιδόσεις, δεν αποκλείεται να δούμε και στη Γερμανία φαινόμενα «εκπαραθυρώσεων», ανάλογα με εκείνα στη Μεγάλη Βρετανία.
Επόμενοι σταθμοί για τον Μερτς είναι οι κρατιδιακές εκλογές στην Ανατολική Γερμανία (Σαξονία-Άνχαλτ και Μεκλεμβούργο – Δυτική Πομερανία) και οι δημαρχιακές εκλογές του Βερολίνου το φθινόπωρο. Αν αυτές οι «μάχες» χαθούν από το CDU, τότε όλα τα σενάρια για το μέλλον του συντηρητικού πολιτικού θα είναι ανοιχτά.





