Η προσφυγή κατατέθηκε στο Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου των ΗΠΑ και αμφισβητεί τους δασμούς ύψους 10% ή 12,5% που επιβλήθηκαν στα περισσότερα εισαγόμενα προϊόντα από τις συγκεκριμένες οικονομίες, οι οποίες – σύμφωνα με τις Πολιτείες – αντιπροσωπεύουν το 99,4% του συνόλου των αμερικανικών εισαγωγών.
Στην αγωγή υποστηρίζεται ακόμη ότι η κυβέρνηση ολοκλήρωσε με συνοπτικές διαδικασίες τις σχετικές έρευνες για τις 60 χώρες, παρακάμπτοντας τις προβλεπόμενες διαβουλεύσεις ανά χώρα και χωρίς να αιτιολογήσει γιατί σχεδόν ενιαίοι δασμοί κρίθηκαν κατάλληλοι για κράτη με σημαντικές διαφορές στις πολιτικές τους για την αντιμετώπιση των εισαγωγών που συνδέονται με καταναγκαστική εργασία.
«Δεν υπάρχει καμία λογική σύνδεση μεταξύ του υποτιθέμενου προβλήματος της καταναγκαστικής εργασίας στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες και της επιβολής γενικευμένων παγκόσμιων δασμών από τον Εμπορικό Αντιπρόσωπο των ΗΠΑ (USTR)», αναφέρεται χαρακτηριστικά στο κείμενο της προσφυγής.
Οι Πολιτείες υποστηρίζουν επίσης ότι πρόκειται για την τρίτη απόπειρα της κυβέρνησης Τραμπ να διατηρήσει σε ισχύ τη γενικευμένη δασμολογική της πολιτική, αξιοποιώντας διαφορετική νομική βάση. Όπως επισημαίνουν, η κυβέρνηση κάνει καταχρηστική χρήση του Άρθρου 301 του Εμπορικού Νόμου του 1974, προκειμένου να επαναφέρει δασμούς που είχαν προηγουμένως απορριφθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο και το Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου.
Η υπόθεση αποτελεί τουλάχιστον τη δεύτερη δικαστική προσφυγή κατά των νέων δασμών. Είχε προηγηθεί αγωγή ομάδας μικρών επιχειρήσεων, οι οποίες προέβαλαν αντίστοιχο επιχείρημα, υποστηρίζοντας ότι ο πρόεδρος Τραμπ δεν μπορεί να επικαλείται νέα νομική εξουσιοδότηση για να επαναφέρει δασμούς που έχουν ήδη κριθεί παράνομοι από το Ανώτατο Δικαστήριο.






