Στις αρχές Απριλίου, Ινδονήσιος ψαράς που ψάρευε στα νερά του πορθμού του Λομπόκ, ανοιχτά του Μπαλί και βόρεια της Αυστραλίας, ανέσυρε στα δίχτυα του ένα κυλινδρικό αντικείμενο που έμοιαζε με «τορπίλη» και έφερε την ονομασία κινεζικής εταιρείας.
Ναυτιλιακοί αναλυτές σε Ασία και Αυστραλία εκτίμησαν ότι επρόκειτο σχεδόν σίγουρα για μη επανδρωμένη υποβρύχια πλατφόρμα συλλογής δεδομένων, η οποία ενδεχομένως χρησιμοποιούνταν για την παρακολούθηση της ναυτιλιακής κίνησης. Πρόκειται για το τελευταίο από μια σειρά παρόμοιων ύποπτων κινεζικών μη επανδρωμένων υποβρύχιων οχημάτων που έχουν εντοπιστεί από χώρες της περιοχής, με τις Φιλιππίνες να ανακοινώνουν πιο πρόσφατα μια αντίστοιχη ανακάλυψη.
Κινέζος αξιωματούχος του υπουργείου Εξωτερικών απέφυγε να σχολιάσει λεπτομερώς το περιστατικό, σημειώνοντας ωστόσο ότι δεν είναι ασυνήθιστο εξοπλισμός πολιτικής θαλάσσιας παρακολούθησης να παρασύρεται και να καταλήγει σε ξένα ύδατα.
Αυτή την εβδομάδα, το Πεκίνο κατηγόρησε τους συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή ότι καλλιεργούν «νοοτροπία Ψυχρού Πολέμου», κατασκευάζοντας ολοένα και περισσότερες ιστορίες για κινεζικές ενέργειες. Η αντίδραση ήρθε μετά την καταγγελία της Νέας Ζηλανδίας ότι κινεζική εταιρεία είχε επιχειρήσει να εγκαταστήσει κατασκοπευτικό εξοπλισμό στο έδαφός της.
Ένα πράγμα, ωστόσο, είναι σαφές, σύμφωνα με ανάλυση του Reuters: ενώ ο κόσμος είναι απασχολημένος με τις συγκρούσεις στον Κόλπο και την Ουκρανία, το Πεκίνο συνεχίζει το δικό του στρατηγικό παιχνίδι, ενισχύοντας σταδιακά αλλά όλο και πιο αποφασιστικά τη στρατιωτική και ευρύτερη παρουσία του στον Ειρηνικό.
Το διακύβευμα στον Ειρηνικό δεν είναι μικρότερο από εκείνο στη Μέση Ανατολή
Καθώς πολλές χώρες αμφισβητούν πλέον τη μακροπρόθεσμη δέσμευση, την ικανότητα αλλά και τη βούληση των ΗΠΑ να τις προστατεύσουν σε περίπτωση σύγκρουσης, η Κίνα παρουσιάζει την άνοδό της ως κάτι ταυτόχρονα αναπόφευκτο και μη αναστρέψιμο.
Βραχυπρόθεσμα, πάντως, λίγοι αναλυτές θεωρούν πιθανό έναν μεγάλο πόλεμο τα επόμενα χρόνια — τουλάχιστον όχι πριν από τις επόμενες σημαντικές εκλογές στην Ταϊβάν το 2028 ή την ανάληψη της προεδρίας των ΗΠΑ από νέα κυβέρνηση στις αρχές του 2029.
Ο πρόεδρος της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, δεν έχει ακόμη αντικαταστήσει οριστικά πολλούς από τους στρατηγούς που απομάκρυνε νωρίτερα φέτος. Διπλωμάτες και αναλυτές εκτιμούν ότι αυτό αποτελεί ένδειξη προβληματισμού για την πραγματική κατάσταση των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων, χωρίς όμως να αποκλείει νέες ενέργειες πίεσης και αντιπαράθεσης.
Όλες οι πλευρές ενισχύουν σταδιακά τις δεσμεύσεις τους στον τομέα της ασφάλειας, καθώς το μακροπρόθεσμο διακύβευμα είναι τουλάχιστον εξίσου μεγάλο με εκείνο των πιο «θερμών» συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Ευρώπη.
«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα γεγονότα στον Κόλπο και αλλού έχουν αποσπάσει την προσοχή», δήλωσε η πρώην αξιωματικός του αυστραλιανού Πολεμικού Ναυτικού Τζένιφερ Πάρκερ. «Όμως οι ίδιες οι ενέργειες της Κίνας έχουν επίσης ενταθεί και επεκταθεί, τόσο στη Νότια Σινική Θάλασσα όσο και πολύ πέρα από αυτήν».
Τον Ιούλιο, η Κίνα πραγματοποίησε δοκιμαστική εκτόξευση βαλλιστικού πυραύλου που εκτοξεύεται από υποβρύχιο, με εικονική κεφαλή, προς τον Νότιο Ειρηνικό. Τον Μάιο φιλοξένησε μια μεγάλη πολυεθνική σύνοδο για την τεχνητή νοημοσύνη, ενώ το κινεζικό Πολεμικό Ναυτικό έχει επανειλημμένα έρθει σε αντιπαράθεση με πλοία των Φιλιππίνων.
Στα τέλη Ιουλίου, το αμερικανικό αεροπλανοφόρο USS George Washington συμμετείχε σε στρατιωτικές ασκήσεις κοντά στον αμφισβητούμενο ύφαλο Scarborough Shoal, σύμφωνα με περιφερειακά μέσα ενημέρωσης. Οι ασκήσεις πραγματοποιήθηκαν μετά τις συγκρούσεις μεταξύ κινεζικών και φιλιππινέζικων πλοίων, στις οποίες χρησιμοποιήθηκαν ακόμη και κανόνια νερού.
Σχεδόν αμέσως μετά την αποχώρηση του αμερικανικού αεροπλανοφόρου, μια σημαντική κινεζική δύναμη, αποτελούμενη από φρεγάτες, αντιτορπιλικά και πλοία εφόδου, πραγματοποίησε δικές της ασκήσεις, σύμφωνα με αναφορές που βασίστηκαν σε ανάλυση δορυφορικών εικόνων. Η Κίνα υποστήριξε ότι επρόκειτο για περιπολίες.
«Αγκαλιάζοντας ενώ ανταγωνιζόμαστε»
Η κινεζική επιρροή αναφέρεται επίσης από υπηρεσίες πληροφοριών και μέσα ενημέρωσης σε μια σειρά ανεξήγητων περιστατικών. Μεταξύ αυτών είναι οι κυβερνοεπιθέσεις εναντίον της Ταϊβάν, οι οποίες υπολογίζεται πλέον ότι έφτασαν τα 2,6 εκατομμύρια πέρυσι, διπλάσιες από το 2023 και με αυξητική τάση. Ορισμένοι αναλυτές υποψιάζονται επίσης κινεζική εμπλοκή στην ανεξήγητη διακοπή δύο υποθαλάσσιων καλωδίων στα ανοικτά της δυτικής Αυστραλίας αυτή την εβδομάδα.
Πολλοί θεωρούν πλέον ότι οι κινήσεις του Πεκίνου, τόσο στην περιοχή όσο και διεθνώς, αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης παγκόσμιας αντιπαράθεσης, στην οποία περιλαμβάνονται ο πόλεμος Ρωσίας-Ουκρανίας και η σύγκρουση με το Ιράν. Η Κίνα προμηθεύει βιομηχανικά εξαρτήματα στη Ρωσία και το Ιράν, αν και αρνείται ότι αυτά έχουν στρατιωτικό σκοπό.
Στην ίδια την περιοχή, η νέα πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, Σανάε Τακαΐτσι, ανέλαβε τα καθήκοντά της δηλώνοντας ότι οποιαδήποτε κίνηση του Πεκίνου εναντίον της Ταϊβάν θα μπορούσε να θεωρηθεί από το Τόκιο «υπαρξιακή» απειλή. Έκτοτε, Κινέζοι αξιωματούχοι χαρακτηρίζουν επανειλημμένα την Ιαπωνία «μιλιταριστική» και την κατηγορούν ότι σχεδιάζει μελλοντικούς πολέμους.
Οι περιπολίες κινεζικών πολεμικών πλοίων κοντά σε αμφισβητούμενα ιαπωνικά νησιά έχουν αυξηθεί δραματικά φέτος, ορισμένες φορές σε συνδυασμό με την παρουσία ρωσικών πολεμικών πλοίων.
Κάθε κυβέρνηση διατηρεί, βέβαια, τη δική της σύνθετη σχέση με το Πεκίνο. Ο πρώην πρέσβης της Αυστραλίας στην Κίνα, Γκρέιαμ Φλέτσερ, χρησιμοποίησε πρόσφατα μια χαρακτηριστική φράση για να περιγράψει τη στάση της χώρας του: «αγκαλιάζοντας ενώ ανταγωνιζόμαστε». Δηλαδή, ταυτόχρονα προσπάθεια διατήρησης των εμπορικών και άλλων δεσμών με την Κίνα, αλλά και ενίσχυση της άμυνας και της συνεργασίας με την Ουάσιγκτον.
Η ισορροπία αυτή, ωστόσο, γίνεται όλο και πιο δύσκολη.
Ο πρόσφατα αποστρατευθείς αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων των Φιλιππίνων, στρατηγός Ρομέο Μπράουνερ, δήλωσε ότι η χώρα του έχει επίσης αντιμετωπίσει κινεζικό «κυβερνοπόλεμο, πόλεμο πληροφοριών και γνωστικό πόλεμο», μεγάλο μέρος του οποίου, όπως υποστήριξε, συνδέεται με το «United Front Work» του Κομμουνιστικού Κόμματος, έναν μηχανισμό που θεωρείται ότι συντονίζει πιο συχνά συγκαλυμμένες προσπάθειες αύξησης της κινεζικής επιρροής.
Άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ινδονησία, επιδιώκουν να διατηρήσουν ανοιχτούς τους διαύλους συνεργασίας και με τις δύο υπερδυνάμεις. Η Ινδονησία, μάλιστα, συμμετείχε αυτή την εβδομάδα για σύντομο διάστημα σε κοινές ναυτικές ασκήσεις με κινεζικές δυνάμεις ανατολικά της Ταϊβάν.
Η Ουάσιγκτον δεν θέλει να εμφανιστεί ότι αποσύρεται από τον Ειρηνικό
Σε διάσκεψη για στρατιωτικά ζητήματα στη Μαλαισία την περασμένη εβδομάδα, Αμερικανοί αξιωματούχοι απέρριψαν τις εκτιμήσεις ότι η Ουάσιγκτον απομακρύνεται από την περιοχή.
Ο επικεφαλής πολιτικής του Πενταγώνου, Έλμπριτζ Κόλμπι, δήλωσε στη Μανίλα ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν να «χτίσουν συνεργασίες, όχι προτεκτοράτα», ζητώντας από τους συμμάχους τους να αυξήσουν τις στρατιωτικές δαπάνες και υπογραμμίζοντας τη διεύρυνση της αμυντικής συνεργασίας.
Απέφυγε, ωστόσο, να αναφέρει ονομαστικά την Κίνα ή την Ταϊβάν, επαναλαμβάνοντας τη δέσμευση των ΗΠΑ για τη διατήρηση της ειρήνης στην «πρώτη αλυσίδα νησιών», στην οποία περιλαμβάνονται η Ταϊβάν και η Ιαπωνία.
Ο Κόλμπι δεν αναφέρθηκε στις ανησυχίες ότι οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν επαρκή αποθέματα πυραύλων και άλλων όπλων για έναν ενδεχόμενο πόλεμο στον Ειρηνικό. Οι ανησυχίες αυτές φέρεται να οδήγησαν σε απόρρητο υπόμνημα του αναπληρωτή υπουργού Άμυνας Στιβ Φάινμπεργκ, με το οποίο ζητήθηκε από τις αμερικανικές αμυντικές βιομηχανίες να παρουσιάσουν άμεσα σχέδια για σημαντική αύξηση της παραγωγής.
Ένα παράθυρο στρατηγικής σταθερότητας;
Όλα αυτά παραπέμπουν σε μια ακόμη μεγαλύτερη εικόνα.
Ευρωπαίος διπλωμάτης στην Ουάσιγκτον δήλωσε ότι, κατά την εκτίμησή του, οι ηγεσίες τόσο της Ουάσιγκτον όσο και του Πεκίνου θεωρούν ότι το υπόλοιπο της προεδρίας Τραμπ αποτελεί ένα «παράθυρο» για στρατηγική σταθερότητα για τουλάχιστον μερικά χρόνια, καθώς κάθε πλευρά προσπαθεί να μειώσει την εξάρτησή της από την άλλη.
Παράλληλα, δυτικές αμυντικές και τεχνολογικές εταιρείες εξακολουθούν να δυσκολεύονται να βρουν επαρκείς ποσότητες εξαρτημάτων που δεν προέρχονται από την Κίνα. Πρόκειται για μια ένδειξη της επιτυχίας του Πεκίνου να αποκτήσει ισχυρό έλεγχο σε μια σειρά κρίσιμων τεχνολογιών και, ιδιαίτερα, της αποτελεσματικότητας του περσινού περιορισμού των εξαγωγών σπάνιων γαιών και άλλων κρίσιμων ορυκτών.
Ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε «πολύ επιτυχημένη» την τελευταία συνάντησή του με τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο τον Μάιο, ενώ παράλληλα ανέστειλε αθόρυβα συμφωνία πώλησης όπλων ύψους 14 δισ. δολαρίων στην Ταϊβάν. Η κίνηση ερμηνεύτηκε από ορισμένους ως προσπάθεια να διατηρηθούν οι σχέσεις με το Πεκίνο και να διασφαλιστούν άλλες εμπορικές συμφωνίες, μεταξύ άλλων για αγορές σόγιας και αεροσκαφών.
Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι αναμένει να φιλοξενήσει τον Σι τον επόμενο μήνα, όμως η προοπτική αυτή έχει περιπλακεί από πρόσφατες αμερικανικές κινήσεις, όπως η απαγόρευση εισαγωγής κινεζικών ανθρωποειδών ρομπότ και οι κυρώσεις σε επτά κινεζικές εταιρείες για λόγους ασφαλείας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Παράλληλα, εξετάζονται νέα μέτρα εναντίον κινεζικών εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης και προϊόντων που, σύμφωνα με ειδικούς πληροφορικής, ενδέχεται να έχουν αναπτυχθεί με παράνομη άντληση πνευματικής ιδιοκτησίας από αμερικανικά μοντέλα.
Δεν προκαλεί, επομένως, έκπληξη το γεγονός ότι υπάρχουν έντονες διαφωνίες σχετικά με την πρόταση της Κίνας να αναλάβει ηγετικό ρόλο στη ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης. Η Παγκόσμια Διάσκεψη για την Τεχνητή Νοημοσύνη στη Σαγκάη, στα τέλη Ιουλίου, προσέλκυσε πάντως συμμετέχοντες από ολόκληρο τον κόσμο.
Την ίδια στιγμή, το Πεκίνο απαιτεί ολοένα και περισσότερο τον επαναπατρισμό Κινέζων πολιτών που βρίσκονται στο εξωτερικό και τους οποίους κατηγορεί για διάφορα εγκλήματα κατά του κράτους, συμπεριλαμβανομένων ανθρώπων με διπλή υπηκοότητα.
Το Πεκίνο αξιοποιεί κάθε ευκαιρία για να δείξει ότι όποιος διαδεχθεί τον Τραμπ το 2029 θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια ισχυρότερη Κίνα — μια Κίνα που δεν δείχνει διατεθειμένη να υποχωρήσει σε ό,τι θεωρεί βασικές εθνικές της προτεραιότητες.
Το πώς θα επιλέξουν οι υπόλοιπες χώρες να διαχειριστούν αυτή τη νέα πραγματικότητα αποτελεί πλέον ένα από τα πιο δύσκολα, αλλά και πιο κρίσιμα ερωτήματα της εποχής μας.





