Πιο αναλυτικά, σε δοκίμιο 6.000 λέξεων με τίτλο «Η ταραχώδης εποχή της AI είναι εδώ. Οι επιλογές που κάνουμε είναι κρίσιμες», ο δισεκατομμυριούχος συνιδρυτής της Microsoft παρομοίασε την ανάγκη προστασίας ορισμένων θέσεων εργασίας από την επέλαση της ψηφιακής τεχνολογίας με τον τρόπο λειτουργίας των φυσικών καταφυγίων, τα οποία δημιουργούνται για την προστασία του περιβάλλοντος.
«Πολλές θέσεις εργασίας θα εξαφανιστούν για πάντα», ανέφερε στο πρώτο εκτενές κείμενό του για την AI εδώ και τρία χρόνια. «Πιστεύω ότι, καθώς η AI και τα ρομπότ βελτιώνονται, θα αφήσουμε στην άκρη ορισμένα πράγματα που θα μπορούν να κάνουν μόνο οι άνθρωποι.
«Έχω αρχίσει να αποκαλώ αυτόν τον τομέα “human reserved” (αποκλειστικά για ανθρώπους). Μου αρέσει αυτή η φράση, επειδή μου θυμίζει τα φυσικά καταφύγια – μέρη όπου θα μπορούσαμε να κατασκευάσουμε κτίρια και δρόμους, αλλά επιλέγουμε να μην το κάνουμε, επειδή η απώλεια θα ήταν πολύ μεγάλη», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Ως παραδείγματα ανέφερε, μεταξύ άλλων, τους επαγγελματίες υγείας που φρόντισαν τον πατέρα του, ο οποίος πέθανε από τη νόσο Αλτσχάιμερ πριν από έξι χρόνια.
«Υπήρχε κάτι στη φροντίδα που προσέφεραν στον πατέρα μου που ήταν αναντικατάστατα ανθρώπινο. Κανένα ρομπότ δεν θα μπορούσε ούτε θα έπρεπε να το είχε κάνει», ανέφερε. «Φανταστείτε ένα ρομπότ να σας ανακοινώνει τα τρομερά νέα ότι πάσχετε από μια ανίατη ασθένεια. Δεν υπάρχει τεχνικός λόγος που να μην μπορούσε να το κάνει. Ωστόσο, δεν θα έπρεπε».
Όπως επισημαίνει ο Guardian, το δοκίμιο της Τετάρτης αποτελεί μία από τις πρώτες σημαντικές δημόσιες παρεμβάσεις του Γκέιτς από τότε που βρέθηκε στο επίκεντρο του σκανδάλου Τζέφρι Έπσταϊν. Εξωτερική αξιολόγηση που ανέθεσε το Ίδρυμα Γκέιτς διαπίστωσε τον περασμένο μήνα ότι είχαν πραγματοποιηθεί περίπου 30 συναντήσεις μεταξύ του Έπσταϊν και στελεχών και εργαζομένων του ιδρύματος – μεταξύ των οποίων και ο Γκέιτς – την περίοδο 2011-2014.
Να σημειωθεί ότι ο Γκέιτς, ο οποίος δεν έχει κατηγορηθεί για εμπλοκή στα εγκλήματα του Έπσταϊν, παραμένει πρόεδρος του φιλανθρωπικού ιδρύματός του, ύψους 89 δισ. δολαρίων, και έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι μετάνιωσε «για κάθε λεπτό» που πέρασε με τον καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα Έπσταϊν.
Ο Γκέιτς προειδοποιεί στο δοκίμιό του ότι οι κυβερνήσεις δεν είναι προετοιμασμένες για το μέγεθος των επιπτώσεων που θα έχει η AI.
«Η ύψιστη προτεραιότητα είναι ένα τεράστιο εγχείρημα: η δημιουργία ενός εθνικού και διεθνούς πλαισίου για την αντιμετώπιση της AI», έγραψε. «Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, η κυβέρνηση των ΗΠΑ προχώρησε στη μεγαλύτερη αναδιοργάνωσή της από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με στόχο τη βελτίωση μίας και μόνο λειτουργίας, της εθνικής ασφάλειας.
«Η AI θα απαιτήσει πολύ, πολύ περισσότερα. Θα επηρεάσει την εθνική ασφάλεια, αλλά και την απασχόληση, την εκπαίδευση, τη φορολογία, την ενέργεια, τις εκλογές, τον αέρα και το νερό, τη δημόσια υγεία, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, την επιβολή του νόμου, τις μεταφορές, τις δημόσιες εκτάσεις και τα πληροφοριακά συστήματα.
«Είναι εύλογο να αναρωτηθούμε εάν οι θεσμοί του κόσμου είναι σε θέση να ανταποκριθούν στο έργο του σχεδιασμού και της εφαρμογής αυτής της νέας αρχιτεκτονικής».
Ο Γκέιτς ανέφερε επίσης ότι, στο πλαίσιο μιας παγκόσμιας προσπάθειας, «θα απαιτηθεί κάποιος βαθμός συνεργασίας μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας».
Συνεργάτες του εργάζονται για τη διοργάνωση συνάντησης με τον πρόεδρο της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, το Νοέμβριο, προκειμένου να συζητήσουν τις διεθνείς προσπάθειες για τον περιορισμό των αυξανόμενων κινδύνων που δημιουργεί η AI.
Ο Γκέιτς συναντήθηκε για τελευταία φορά με τον Σι πριν από τρία χρόνια, όταν έγινε ο πρώτος ξένος επιχειρηματίας που φιλοξένησε ο Κινέζος πρόεδρος μετά την παγκόσμια πανδημία Covid.
Ο δισεκατομμυριούχος της τεχνολογίας εξέφρασε επίσης στο δοκίμιό του ανησυχίες για τις επιπτώσεις της AI στην εκπαίδευση.
«Κατά ειρωνικό τρόπο, το ίδιο εργαλείο που θα επιτρέπει στους ανθρώπους να μαθαίνουν περισσότερα από ποτέ θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει πολλούς ανθρώπους στο να μαθαίνουν λιγότερα», έγραψε. «Μια προκαταρκτική έρευνα έδειξε ότι η αυξημένη χρήση της AI συνδεόταν με χαμηλότερα επίπεδα κριτικής σκέψης. Η επίδραση ήταν εντονότερη στους νέους».



