Ο ισχυρισμός αυτός δεν ανταποκρίνεται στα γνωστά επιστημονικά δεδομένα, καθώς δεν υπάρχει καταγεγραμμένο περιστατικό όρκας που να έχει τραφεί με πολική αρκούδα. Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση, αποτελεί ενδεικτικό στοιχείο της αντίληψης του Πούτιν για έναν κόσμο όπου κυριαρχεί ο ισχυρότερος.
Το τελευταίο διάστημα, οι χώρες του ΝΑΤΟ εμφανίζονται ολοένα και πιο ανήσυχες για την κατεύθυνση που μπορεί να πάρει η ρωσική πολιτική. Ο ρωσικός στρατός παραμένει σε μεγάλο βαθμό καθηλωμένος εδώ και χρόνια, ενώ οι απώλειες είναι ιδιαίτερα υψηλές. Ο πόλεμος έχει εξελιχθεί σε μια καταστροφική αναμέτρηση με drones και πυραύλους, η οποία προκαλεί τεράστιες καταστροφές στην Ουκρανία, αλλά πλέον έχει ορατές συνέπειες και στο εσωτερικό της Ρωσίας.
Παρά τα προβλήματα, ο Πούτιν δεν δείχνει διάθεση να υποχωρήσει. Η ανησυχία στη Δύση είναι ότι, προκειμένου να ξεφύγει από αυτό που στη Ρωσία αποκαλείται tupik, δηλαδή αδιέξοδο, μπορεί να επιχειρήσει να κλιμακώσει με κάποιον νέο τρόπο τη σύγκρουση.
Αυξάνεται η ανησυχία στη Δύση
Οι ενδείξεις της δυτικής ανησυχίας είναι πλέον εμφανείς.
Στις 25 Αυγούστου, ο διευθυντής της CIA Τζον Ράτκλιφ πέταξε απροειδοποίητα στη Μόσχα. Οι πληροφορίες σχετικά με την αποστολή του διαφέρουν: σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, στόχος ήταν να προειδοποιήσει τον Πούτιν να μην επιτεθεί σε χώρες του ΝΑΤΟ, ενώ άλλες αναφέρουν ότι επιχείρησε να παρουσιάσει μια δυσμενή εικόνα για τις προοπτικές της Ρωσίας και να τον πείσει να διαπραγματευτεί.
Τρεις ημέρες αργότερα, η Φινλανδία ζήτησε τη συνδρομή της Σουηδίας, με αεροσκάφη και πολεμικά πλοία, για την επιτήρηση των συνόρων της με τη Ρωσία έναντι πιθανών παραβιάσεων.
Παράλληλα, η Γερμανία προετοιμάζεται να κατηγορήσει ανοιχτά τη Ρωσία για επίθεση με drone στο αεροδρόμιο της Λειψίας στις 4 Αυγούστου και εξετάζει την επιβολή νέων κυρώσεων. Στις 20 Αυγούστου, η Ρουμανία ανακοίνωσε ότι κατέστρεψε ρωσικό ναυτικό drone το οποίο είχε στοχοποιήσει εγκατάσταση γεωτρήσεων στα χωρικά της ύδατα, ενώ στις 25 Αυγούστου η Σλοβακία ανακοίνωσε ότι απέτρεψε εμπρηστική επίθεση σε εργοστάσιο κατασκευής drones.
«Θα προχωρήσουμε μόνο μπροστά»
Την ίδια ώρα, ο Πούτιν έχει σταματήσει να τηρεί τη μακρά σιωπή του σχετικά με τις ολοένα αποτελεσματικότερες επιθέσεις ουκρανικών drones σε ρωσικά διυλιστήρια πετρελαίου και κέντρα εφοδιαστικής, ακόμη και σε εγκαταστάσεις της Wildberries, της μεγαλύτερης εταιρείας ηλεκτρονικού εμπορίου της Ρωσίας.
Σε ομιλία του στις 22 Αυγούστου, κατηγόρησε την Ουκρανία ότι άνοιξε ένα «κουτί της Πανδώρας» και προειδοποίησε ότι θα υπάρξουν αντίποινα στους «πιο ευαίσθητους τομείς» της ουκρανικής οικονομίας.
Την ίδια ημέρα, μιλώντας στο κυβερνών κόμμα «Ενωμένη Ρωσία», απέρριψε κάθε ενδεχόμενο τερματισμού του πολέμου. «Η ειδική στρατιωτική επιχείρηση συνεχίζεται», δήλωσε, προσθέτοντας: «Θα προχωρήσουμε μόνο μπροστά».
Πηγές που βρίσκονται κοντά στο Κρεμλίνο υποστηρίζουν ότι, μετά από αρκετές εβδομάδες προβληματισμού κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, ο Ρώσος πρόεδρος φαίνεται να έχει επιλέξει την κλιμάκωση.
Μάλιστα, συνεργάτης του Πούτιν εκτιμά ότι ο Ρώσος πρόεδρος ενδέχεται να εξέλαβε την επίσκεψη Ράτκλιφ ως ένδειξη αδυναμίας από την πλευρά των ΗΠΑ. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, ο Πούτιν είχε ερμηνεύσει με ανάλογο τρόπο και την επίσκεψη στη Μόσχα, τον Νοέμβριο του 2021, του τότε διευθυντή της CIA, Ουίλιαμ Μπερνς, ο οποίος είχε μεταφέρει προειδοποιήσεις της κυβέρνησης Μπάιντεν για την επικείμενη εισβολή στην Ουκρανία. Τρεις μήνες αργότερα, η Ρωσία εισέβαλε.
Η εσωτερική πολιτική πίεση
Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα τι σκέφτεται ο Πούτιν. Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση, τα κίνητρα για την κλιμάκωση του πολέμου, όπως και η αρχική απόφαση για την εισβολή, συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με την εσωτερική πολιτική και κυρίως με τη διατήρηση της εξουσίας του.
Μία από τις βασικές ανησυχίες του Κρεμλίνου είναι η σταδιακή υποχώρηση της σιωπηρής αποδοχής του πολέμου από την κοινωνία. Οι βαθιές επιθέσεις ουκρανικών drones σε διυλιστήρια και εταιρείες ηλεκτρονικού εμπορίου, σε συνδυασμό με τους περιορισμούς στην πρόσβαση στο διαδίκτυο που επιβάλλουν οι υπηρεσίες ασφαλείας, έχουν διαταράξει την εικόνα κανονικότητας που επιχειρεί να διατηρήσει η κυβέρνηση.
Σύμφωνα με το ανεξάρτητο Levada Center, το 57% των Ρώσων χαρακτηρίζει την κατάσταση στη χώρα «τεταμένη». Μεταξύ των βασικών αιτιών που αναφέρονται είναι ο πόλεμος, οι ανθρώπινες απώλειες, η επιστράτευση, οι επιθέσεις με drones και η αβεβαιότητα για το μέλλον.
Παράλληλα, η εμπιστοσύνη στην τηλεοπτική προπαγάνδα μειώνεται, ενώ νεότεροι Ρώσοι χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να εκφράσουν την αντίθεσή τους στον πόλεμο. Την ίδια ώρα, η δημοτικότητα του Πούτιν εμφανίζει πτωτική τάση.
Η δυσαρέσκεια της ρωσικής ελίτ
Ακόμη μεγαλύτερη φαίνεται να είναι η δυσαρέσκεια στους κόλπους της ρωσικής ελίτ. Σύμφωνα με πρόσωπο που γνωρίζει τις σχετικές συζητήσεις, το σημαντικότερο πρόβλημα δεν είναι τόσο η οικονομία ή η έλλειψη στρατιωτικής επιτυχίας όσο ο χρόνος που έχει χαθεί.
Σχεδόν πέντε χρόνια πολέμου θεωρούνται, ανεξάρτητα από την τελική έκβαση, αποτυχία. Ένα άλλο μέλος της ελίτ φέρεται να εκτιμά ότι ολοένα και περισσότερο επικρατεί η αίσθηση πως «ο τσάρος είναι γυμνός».
Ωστόσο, τα οικονομικά και πολιτικά προβλήματα της Ρωσίας δεν είναι από μόνα τους αρκετά για να απειλήσουν άμεσα τον Πούτιν. Το Κρεμλίνο εξακολουθεί να διαθέτει οικονομικούς πόρους και έναν ισχυρό κατασταλτικό μηχανισμό. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία, όμως, είναι η αντίληψη που διαμορφώνεται για την κατάσταση.
Η λογική «μη δείχνεις αδυναμία»
Ο Πούτιν μπορεί να περιγράφει τους στόχους του με όρους γεωπολιτικής, όμως, σύμφωνα με την ανάλυση, η λειτουργία του καθεστώτος του χαρακτηρίζεται από μια λογική που παραπέμπει σε εγκληματική ιεραρχία: η αδυναμία δεν πρέπει ποτέ να γίνεται αντιληπτή.
Το ρωσικό σύστημα εμφανίζει υψηλή ανοχή στη βία, αλλά ελάχιστη ανοχή στην αποτυχία. Ο Πούτιν ενδέχεται να θεωρεί ότι ένας τερματισμός του πολέμου χωρίς την επίτευξη έστω του ελάχιστου στόχου του, δηλαδή την κατάληψη ολόκληρης της περιοχής του Ντονμπάς στην ανατολική Ουκρανία, θα μπορούσε να θέσει ακόμη και τη φυσική του ασφάλεια σε κίνδυνο.
Η συνέχιση, όμως, του πολέμου με τη σημερινή μορφή του δεν προσφέρει εύκολη διέξοδο. Όπως επισημαίνει μέλος της ρωσικής ελίτ, τα σενάρια που βασίζονται αποκλειστικά στην αδράνεια είναι δυσμενή για το Κρεμλίνο, καθώς καταναλώνουν οικονομικούς πόρους και εξαντλούν το πολιτικό κεφάλαιο.
Πώς μπορεί να εκδηλωθεί η κλιμάκωση
Σε αυτό το περιβάλλον, η κλιμάκωση μπορεί να φαίνεται στον Πούτιν ως ελκυστική επιλογή. Το ακριβές περιεχόμενό της, ωστόσο, παραμένει αβέβαιο.
Η Ρωσία είναι πιθανό να εντείνει τον υβριδικό πόλεμο και τις επιχειρήσεις δολιοφθοράς εναντίον συμμάχων της Ουκρανίας, καθώς και να στοχεύσει τις γραμμές ανεφοδιασμού από την Ευρώπη προς την Ουκρανία. Δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών ανησυχούν ακόμη και για πιθανές επιθέσεις σε ευρωπαϊκά εργοστάσια που παράγουν στρατιωτικό υλικό για την Ουκρανία.
Ωστόσο, εκτιμούν ότι ο Πούτιν δεν επιδιώκει άμεση στρατιωτική σύγκρουση με το ΝΑΤΟ.
Στο εσωτερικό της Ουκρανίας, η κλιμάκωση θα μπορούσε κυρίως να σημαίνει εντατικοποίηση των ήδη υφιστάμενων επιχειρήσεων. Στις 30 Αυγούστου, το ρωσικό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε ότι προετοιμάζει μεγάλης κλίμακας πλήγμα στις ενεργειακές υποδομές της Ουκρανίας. Το Κίεβο, ωστόσο, ήδη προετοιμάζεται για τέτοιες επιθέσεις στο πλαίσιο της ρωσικής προσπάθειας να κάμψει το ηθικό της χώρας ενόψει του χειμώνα.
Στο μέτωπο των χερσαίων επιχειρήσεων, ρωσικές πηγές αναφέρουν ότι ο Πούτιν είναι αποφασισμένος να στείλει επιπλέον 300.000 έως 400.000 άνδρες στο μέτωπο. Δεν χρειάζεται να ανακοινώσει νέα επιστράτευση, καθώς η αρχική εντολή κινητοποίησης δεν έχει επισήμως ανασταλεί.
Οι νέες στρατολογήσεις αναμένεται να πραγματοποιηθούν, μεταξύ άλλων, μέσω πιέσεων από τις περιφερειακές κυβερνήσεις, ώστε τυχόν κοινωνική δυσαρέσκεια να παραμείνει σε τοπικό επίπεδο. Οι ρωσικές αρχές έχουν ήδη αρχίσει να δοκιμάζουν το νέο σύστημα στρατολόγησης στην περιοχή της Πένζα, περίπου 750 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Μόσχας.
Τέλος, ο Πούτιν ενδέχεται να εντείνει και την καταστολή όσων χαρακτηρίζονται «εσωτερικοί εχθροί». Όχι επειδή αποτελούν άμεση απειλή για την εξουσία του, αλλά επειδή, σύμφωνα με την ανάλυση, το καθεστώς χρειάζεται να επιδεικνύει διαρκώς ισχύ.
Μια τέτοια στρατηγική, πάντως, δεν αναμένεται να αντιμετωπίσει τα βαθύτερα προβλήματα της Ρωσίας. Αντίθετα, εκτιμάται ότι θα μπορούσε να αυξήσει την κοινωνική επιβάρυνση και να ενισχύσει την αστάθεια τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο εξωτερικό.



