Όπως μεταδίδει η Washington Post, μιλώντας την Τρίτη (8/9) στη Βουλή των Κοινοτήτων, ο υπουργός Εξωτερικών Εντ Μίλιμπαντ δήλωσε ότι η Βρετανία προχωρά στην απόφαση σε συντονισμό με τη Γαλλία και τον Καναδά, ενώ αρκετές ακόμη ευρωπαϊκές χώρες έσπευσαν να εκφράσουν τη στήριξή τους.
Ειδικότερα, ο Μίλιμπαντ δήλωσε ότι η Βρετανία έχει καταλήξει στο συμπέρασμα πως η επέκταση των ισραηλινών οικισμών και η βία κατά των Αράβων πολιτών συνιστούν «εθνοκάθαρση» στη Δυτική Όχθη. «Πολύ συχνά, η ισραηλινή κυβέρνηση έχει κάνει τα στραβά μάτια σε αυτό και σε ακόμη χειρότερα περιστατικά· μέλη της [κυβέρνησης] έχουν προβεί σε δηλώσεις και ενέργειες που στηρίζουν τον αναγκαστικό εκτοπισμό των Παλαιστινίων», είπε.
Επισημαίνεται ότι τα συγκεκριμένα μέτρα σηματοδοτούν την πιο έντονη μέχρι σήμερα απομάκρυνση της Βρετανίας από τον παραδοσιακό της ρόλο ως σταθερού υποστηρικτή του Ισραήλ και καταδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο οι ενέργειες του Ισραήλ στη Δυτική Όχθη και ο πόλεμος στη Γάζα δοκιμάζουν τις μακροχρόνιες συμμαχίες.
Παράλληλα, φέρνουν το Λονδίνο σε έντονη αντιπαράθεση με την κυβέρνηση Τραμπ. Ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στο Ισραήλ, Μάικ Χάκαμπι, προειδοποίησε ότι η αλλαγή πολιτικής θα μπορούσε να προκαλέσει αντίποινα από την Ουάσινγκτον, αλλά και από πολιτείες όπως η Φλόριντα, οι οποίες διαθέτουν νόμους που προβλέπουν αντίστοιχα μέτρα απέναντι σε εμπορικούς περιορισμούς κατά του Ισραήλ.
«Δεν γνωρίζω αν έχουν πραγματικά επίγνωση των συνεπειών και του τρόπου με τον οποίο αυτό θα επηρεάσει τους Βρετανούς», δήλωσε ο Χάκαμπι στο BBC. «Πρόκειται για μια παράλογη ενέργεια».
Ο Χάκαμπι, σε δηλώσεις του την περασμένη εβδομάδα, είχε αποδώσει την απόφαση της Βρετανίας να προχωρήσει σε απαγόρευση του εμπορίου με τους οικισμούς σε «μίσος κατά των Εβραίων», παρότι ο Μίλιμπαντ, ο οποίος προωθεί αυτό που ο ίδιος περιγράφει ως «επανεκκίνηση» της βρετανικής πολιτικής απέναντι στο Ισραήλ, είναι Εβραίος.
Ωστόσο, δεν έχει περάσει απαρατήρητη η αλλαγή στάσης απέναντι στο Ισραήλ από όταν οι Εργατικοί έγιναν κυβέρνηση. Το 2025 επί Κιρ Στάρμερ, η βρετανική κυβέρνηση αναγνώρισε επίσημα την Παλαιστίνη ως κράτος, εγκαταλείποντας μια βρετανική πολιτική δεκαετιών, σύμφωνα με την οποία η αναγνώριση αναβαλλόταν έως ότου οι δύο πλευρές καταλήξουν σε μια συμφωνημένη λύση. Η κυβέρνηση τότε ανέστειλε και ορισμένες άδειες εξαγωγής όπλων προς το Ισραήλ, λόγω ανησυχιών για τον θάνατο αμάχων στη Γάζα.
Ο Μπέρναμ, από όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του, αποφάσισε να σκληρύνει κι άλλο τη στάση της χώρας προς το Ισραήλ, υποστηρίζοντας ότι η Βρετανία θα έπρεπε να είχε ζητήσει νωρίτερα κατάπαυση του πυρός στη Γάζα και χαρακτηρίζοντας την κατάσταση εκεί ως «ένα στίγμα στη συλλογική μας συνείδηση».
Σε κοινή ανακοίνωση την Τρίτη (8/9), οι υπουργοί Εξωτερικών της Βρετανίας, του Καναδά, της Δανίας, της Φινλανδίας, της Γαλλίας, της Ισλανδίας, της Ιρλανδίας, της Νορβηγίας, της Πολωνίας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας και της Σουηδίας παρουσίασαν την απαγόρευση του εμπορίου και τις κυρώσεις ως μια προσπάθεια να διασωθούν οι ελπίδες για λύση δύο κρατών, με το Ισραήλ και ένα παλαιστινιακό κράτος να συνυπάρχουν ως αυτόνομοι γείτονες.
Αναγνωρίζοντας το δικαίωμα του Ισραήλ στην αυτοάμυνα μετά τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023 από μαχητές της Χαμάς από τη Γάζα, οι υπουργοί κάλεσαν τους Ισραηλινούς αξιωματούχους να αναλάβουν άμεσα δράση για τον περιορισμό της βίας των εποίκων στη Δυτική Όχθη.
«Η κυβέρνηση του Ισραήλ πρέπει να σταματήσει άμεσα την επέκταση των οικισμών και την ενίσχυση των πολιτικών διοικητικών εξουσιών, να διασφαλίσει τη λογοδοσία για τη βία των εποίκων και να διερευνήσει τις καταγγελίες σε βάρος των ισραηλινών δυνάμεων», ανέφερε η ανακοίνωση.
Η επέκταση των ισραηλινών εποικισμών
Να σημειωθεί ότι τα τελευταία μέτρα έρχονται μετά από ένα κύμα επιθέσεων εναντίον παλαιστινιακών πόλεων και αγροκτημάτων από Εβραίους εποίκους, συχνά μπροστά στα μάτια Ισραηλινών στρατιωτών που επέλεξαν να μην παρέμβουν. Τα Ηνωμένα Έθνη έχουν καταγράψει σχεδόν 200 επιθέσεις τον μήνα το 2026 και προειδοποιούν ότι ο αριθμός τους οδεύει προς νέο ιστορικό υψηλό, με περίπου 2.000 επιθέσεις για το σύνολο του έτους.
Η κυβέρνηση του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει επίσης προχωρήσει σε μεγάλη επέκταση της κατασκευής οικισμών. Τα σχέδια περιλαμβάνουν το πράσινο φως για την αμφιλεγόμενη ανάπτυξη E1, μια προτεινόμενη νέα πόλη έκτασης περίπου πέντε τετραγωνικών μιλίων, με χιλιάδες κατοικίες δίπλα στην Ανατολική Ιερουσαλήμ.
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι το έργο θα διχοτομούσε ουσιαστικά τη Δυτική Όχθη και θα καθιστούσε σχεδόν αδύνατη τη δημιουργία ενός ενιαίου παλαιστινιακού κράτους.
Όταν ανακοίνωσε τον περασμένο μήνα ότι το έργο E1 θα προχωρήσει, ο υπουργός Οικονομικών Μπεζαλέλ Σμότριτς εξέφρασε ανοιχτά την ελπίδα ότι το έργο θα «θάψει την ιδέα ενός παλαιστινιακού κράτους».
Ο Μίλιμπαντ χαρακτήρισε την απόφαση «απαράδεκτη και καταστροφική πράξη». Η Βρετανία προστέθηκε σε αρκετές ακόμη ευρωπαϊκές χώρες που υπέβαλαν επίσημες διαμαρτυρίες για το έργο.
Τα νέα μέτρα στοχεύουν βρετανικές εταιρείες που χρηματοδοτούν ή κατασκευάζουν νέες κατοικίες στους οικισμούς. Παράλληλα, θα απαγορεύσουν την είσοδο στη βρετανική αγορά προϊόντων που παράγονται στους οικισμούς, μεταξύ των οποίων κρασί, χουρμάδες και άλλα εξαγώγιμα προϊόντα.
Δεν ήταν σαφές πώς η βρετανική κυβέρνηση θα διαχωρίζει τα προϊόντα που προέρχονται από τη Δυτική Όχθη από εκείνα που παράγονται στο ίδιο το Ισραήλ, καθώς και τα δύο συνήθως φέρουν απλώς την ένδειξη «Made in Israel».
Ο Μίλιμπαντ ανέλαβε υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας τον Ιούλιο, όταν ο Στάρμερ αντικαταστάθηκε στην πρωθυπουργία από τον Άντι Μπέρναμ. Τόσο ο Μίλιμπαντ όσο και ο Μπέρναμ έχουν εκφράσει ανησυχίες για τις ενέργειες του Ισραήλ στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα.
Ο Μίλιμπαντ πέρασε την περασμένη εβδομάδα προετοιμάζοντας το έδαφος για την αλλαγή πολιτικής, δηλώνοντας στους βουλευτές στις 2 Σεπτεμβρίου ότι η Βρετανία «δεν θα συναινέσει στην καταστροφή της λύσης των δύο κρατών» και ότι η κυβέρνηση δεν επιθυμεί «βρετανικές εταιρείες να χρηματοδοτούν, να κατασκευάζουν ή να διαφημίζουν νέους οικισμούς».
Η απάντηση του Ισραήλ
Ισραηλινοί αξιωματούχοι είχαν ήδη προειδοποιήσει για αντίποινα. Ο υπουργός Εξωτερικών Γκίντεον Σάαρ είχε δηλώσει την περασμένη εβδομάδα σε ισραηλινό μέσο ενημέρωσης ότι «εάν η Βρετανία κινηθεί εναντίον του κράτους του Ισραήλ, το κράτος του Ισραήλ θα κινηθεί εναντίον της Βρετανίας».
Πράγματι, ο ίδιος ανακοίνωσε σήμερα (8/9) ότι η χώρα του κλείνει το προξενείο του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ιερουσαλήμ, σε αντίποινα για τις κυρώσεις κατά των ισραηλινών εποικισμών στη Δυτική Όχθη.\
Ο Ισραηλινός ΥΠΕΞ δήλωσε επίσης ότι η Βρετανία δεν θα μπορεί πλέον να συμμετέχει στην υπό την ηγεσία των ΗΠΑ συντονιστική αποστολή για τη Γάζα, ότι η βρετανική εκπαίδευση των δυνάμεων της Παλαιστινιακής Αρχής στη Δυτική Όχθη θα τερματιστεί και ότι σε ορισμένους αιρετούς αξιωματούχους του Ηνωμένου Βασιλείου και σε άλλους υπηκόους θα απαγορευτεί η είσοδος στο Ισραήλ.
Ακόμη, ο Σάαρ έκανε λόγο για απαγόρευση εισόδου στο Ισραήλ για 12 Βρετανούς που κρίνονται «αντισημίτες», χωρίς να διευκρινίσει ποιοι είναι αυτοί.
Η απόφαση της Βρετανίας έχει προκαλέσει αντιδράσεις και στο εσωτερικό της χώρας. Ορισμένες βρετανικές εβραϊκές οργανώσεις έχουν ασκήσει πιέσεις κατά των κυρώσεων, υποστηρίζοντας ότι υπαγορεύονται από την εσωτερική πολιτική, ότι θα μπορούσαν να ενισχύσουν τον αντισημιτισμό στη Βρετανία και ότι είναι απίθανο να αλλάξουν την πολιτική του Ισραήλ.
Ο αρχιραβίνος Έφραϊμ Μίρβις έγραψε στο X ότι μια απαγόρευση του εμπορίου με τους οικισμούς θα μπορούσε εύκολα να εξελιχθεί σε «de facto μποϊκοτάζ του εμπορίου με το Ισραήλ ευρύτερα», προειδοποιώντας ότι «όταν η ρητορική απέναντι στο Ισραήλ κλιμακώνεται, η εχθρότητα απέναντι στους Εβραίους δεν αργεί να ακολουθήσει».






