Πρόκειται για δικαστικές προσφυγές, συχνά με αντικείμενο τη δυσφήμηση, οι οποίες δεν αποσκοπούν στην επίτευξη κάποιου ουσιαστικού δικαστικού οφέλους, αλλά χρησιμοποιούνται προκειμένου να εκφοβίσουν, να επιβαρύνουν οικονομικά ή να αποτρέψουν από τη δημόσια έκφραση δημοσιογράφους, καταγγέλλοντες παρατυπίες, ενώσεις ή πολίτες που ασκούν κριτική.
Η μεταρρύθμιση που ενέκρινε η Βουλγαρία αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο ευρωπαϊκής οδηγίας του 2024, την οποία τα κράτη-μέλη της ΕΕ όφειλαν να έχουν υιοθετήσει έως τις 7 Μαΐου 2026.
Μεταξύ άλλων, οι νέες διατάξεις προβλέπουν τη δυνατότητα απόρριψης, ήδη από πρώιμο στάδιο της διαδικασίας, αιτημάτων που είναι προδήλως αβάσιμα. Παράλληλα, καθιερώνονται σύντομες προθεσμίες για την εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων, ενώ αυστηροποιούνται οι προϋποθέσεις για την επιβολή συντηρητικών μέτρων, όπως το πάγωμα περιουσιακών στοιχείων του εναγόμενου.
Οι νέοι κανόνες θα έχουν εφαρμογή και σε υποθέσεις που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμη η πρώτη ακρόαση.
Την έγκριση της μεταρρύθμισης χαιρέτισαν δέκα οργανώσεις, οι οποίες δραστηριοποιούνται κυρίως στην προάσπιση της ελευθερίας της έκφρασης, της πρόσβασης στην πληροφορία, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της προστασίας του περιβάλλοντος.
«Είναι ένα σημαντικό βήμα για την προστασία της ελευθερίας της έκφρασης και της συμμετοχής των πολιτών στη Βουλγαρία», ανέφεραν σε κοινή ανακοίνωσή τους.
Από την πλευρά του, ο Αλεξάντρ Κασούμοφ, δικηγόρος που έχει εκπροσωπήσει κατηγορούμενους σε πολλές τέτοιες υποθέσεις, χαρακτήρισε τις αλλαγές «μεγάλη πρόοδο».
Όπως ανέφερε, δεκάδες υποθέσεις βρίσκονται αυτή τη στιγμή ενώπιον των δικαστηρίων, με το ύψος των αξιώσεων σε κάθε μία από αυτές να ανέρχεται σε «δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ». Σύμφωνα με τον ίδιο, οι συγκεκριμένες αγωγές έχουν ως αποτέλεσμα «την αδρανοποίηση της ελευθερίας της έκφρασης».
Στην έκθεση για το κράτος δικαίου του 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε επισημάνει ότι στη Βουλγαρία εξακολουθεί να καταγράφεται προσφυγή σε αγωγές SLAPP, καθώς και σε άλλες μορφές νομικής πίεσης κατά δημοσιογράφων. Παράλληλα, σημείωσε ότι αρκετοί δημοσιογράφοι έχασαν τέτοιες δικαστικές υποθέσεις κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους.



