Σύμφωνα με τη μηνιαία έκθεση του οργανισμού, η παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου υπερέβη τη ζήτηση κατά 500.000 βαρέλια ημερησίως, ενώ τον προηγούμενο μήνα η πρόβλεψη έκανε λόγο για έλλειμμα 400.000 βαρελιών. Η αύξηση αυτή οφείλεται κυρίως στην αμερικανική παραγωγή, που κάλυψε περισσότερο από το ήμισυ της αύξησης κατά 890.000 βαρέλια ημερησίως στις προμήθειες εκτός OPEC και συμμάχων.
Η έκθεση δείχνει επίσης ότι ο συνασπισμός OPEC+ παρήγαγε περισσότερο πετρέλαιο από αυτό που εκτιμάται ότι χρειάζεται η παγκόσμια αγορά. Η Σαουδική Αραβία, ηγέτης του OPEC+, επιδίωξε φέτος την ταχεία επαναφορά της παραγωγής που είχε διακοπεί, με στόχο την ανάκτηση μεριδίου αγοράς. Ωστόσο, τα μέλη του οργανισμού εμφανίζουν πλέον τα πρώτα σημάδια επιβράδυνσης αυτής της στρατηγικής, συμφωνώντας να «παγώσουν» τις πρόσθετες αυξήσεις παραγωγής για το πρώτο τρίμηνο του 2026, επικαλούμενα εποχική πτώση της ζήτησης.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι η αγορά μπορεί να αντιμετωπίσει σημαντική υπερπροσφορά, ενώ οι τιμές του πετρελαίου έχουν ήδη υποχωρήσει κατά περίπου 14% φέτος. Ο OPEC αύξησε επίσης την εκτίμηση για τη συνολική παραγωγή υγρών καυσίμων των ΗΠΑ το τρίτο τρίμηνο σε 22,81 εκατ. βαρέλια ημερησίως, από 22,27 εκατ. τον προηγούμενο μήνα.
Για το 2026, τα στοιχεία του OPEC δείχνουν ότι η αγορά θα συνεχίσει να εμφανίζει πλεόνασμα, αν και σε πιο ήπια κλίμακα. Για ισορροπία προσφοράς και ζήτησης το πρώτο τρίμηνο του 2026, ο συνασπισμός OPEC+ θα πρέπει να παράγει 42,6 εκατ. βαρέλια ημερησίως, λιγότερα από τα 43 εκατ. βαρέλια που παρήχθησαν τον Οκτώβριο.
Ο OPEC χαιρέτισε παράλληλα τη «στροφή» του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), ο οποίος αναγνώρισε στην ετήσια έκθεσή του ότι η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου μπορεί να συνεχίσει να αυξάνεται για αρκετές δεκαετίες, διορθώνοντας προηγούμενες προβλέψεις για στασιμότητα μέσα στη δεκαετία.
Τα οκτώ ενεργά μέλη του OPEC+, μαζί με το σύνολο των 22 χωρών του συνασπισμού, αναμένεται να επαναξιολογήσουν την πολιτική παραγωγής στη συνεδρίαση της 30ής Νοεμβρίου στη Βιέννη, με στόχο την καλύτερη προσαρμογή στην παγκόσμια ζήτηση και την αποφυγή περαιτέρω πλεονασμάτων.



