Βραχυπρόθεσμα, το μόνο απτό αποτέλεσμα είναι η απελευθέρωση ορισμένων ποσοτήτων πετρελαίου που είχαν εγκλωβιστεί σε δεξαμενόπλοια ή αποθηκευτικούς χώρους. Το μέγεθος αυτών των ποσοτήτων, ωστόσο, είναι αμελητέο σε σχέση με την παγκόσμια κατανάλωση που ξεπερνά τα 100 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Ακόμη και αν διοχετευθούν όλες μαζί στην αγορά, δεν μπορούν να αλλάξουν ουσιαστικά την ισορροπία προσφοράς και ζήτησης, σύμφωνα με το freemarketspeculator.
Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, τα πράγματα είναι ακόμη πιο ξεκάθαρα. Η ενεργειακή υποδομή της Βενεζουέλας βρίσκεται σε κατάσταση εκτεταμένης φθοράς. Πηγάδια, αγωγοί, διυλιστήρια και μονάδες αναβάθμισης απαιτούν τεράστιες επενδύσεις για να επανέλθουν σε λειτουργική κατάσταση. Ακόμη και με πολιτική σταθερότητα και άρση των κυρώσεων, η αύξηση της παραγωγής θα είναι αργή και περιορισμένη.
Ρεαλιστικά, μια αύξηση της τάξης των 200.000–300.000 βαρελιών ημερησίως μέσα σε δύο χρόνια θα θεωρούνταν επιτυχία. Σε παγκόσμιο επίπεδο, όμως, αυτό το μέγεθος είναι σχεδόν αόρατο. Για το 2026, δεν αναμένεται καμία ουσιαστική μεταβολή που να μπορεί να επηρεάσει τις αγορές.
Μακροπρόθεσμα, η αποκατάσταση της παραγωγής στα επίπεδα του 2018 θα απαιτούσε επενδύσεις δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων και χρονικό ορίζοντα τουλάχιστον πέντε ετών. Η επιστροφή στα επίπεδα της δεκαετίας του 1990 θεωρείται εξαιρετικά απίθανη. Οι ιδιωτικές πετρελαϊκές εταιρείες, που θα κληθούν να χρηματοδοτήσουν αυτή την ανάκαμψη, θα σταθμίσουν το ρίσκο σε σχέση με εναλλακτικές επενδύσεις σε πιο σταθερές και αποδοτικές περιοχές.
Για τις αγορές, λοιπόν, η Βενεζουέλα δεν αποτελεί καταλύτη. Το πραγματικό διακύβευμα βρίσκεται αλλού: στη χρόνια υποεπένδυση στον παγκόσμιο ενεργειακό τομέα και στη δυσκολία κάλυψης της μελλοντικής ζήτησης. Σε αυτό το πλαίσιο, ο «θόρυβος» γύρω από τη Βενεζουέλα λέει περισσότερα για τις πολιτικές αφηγήσεις παρά για τις πραγματικές ισορροπίες του πετρελαίου.







