Έλλειψη προεργασίας και αμήχανες «επιθέσεις φιλίας»
Η ευρωπαϊκή εξάρτηση από τις ΗΠΑ στον τομέα της άμυνας είναι γνωστή: οι Αμερικανοί καλύπτουν ακόμη το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού του ΝΑΤΟ και κατέχουν τεχνογνωσία στη χρήση αμυντικής τεχνολογίας, χωρίς την οποία η Ευρώπη θα βρισκόταν εκτεθειμένη σε πιθανούς κινδύνους. Παρ’ όλα αυτά, τη διετία 2024–2025 οι Ευρωπαίοι αδράνησαν και δεν επεξεργάστηκαν κανένα σχέδιο προσέγγισης του Τραμπ — κυρίως όσον αφορά τη διαχείριση του Ουκρανικού — σε περίπτωση επιστροφής του στον Λευκό Οίκο. Πίστευαν ότι θα τον έπειθαν να συνεχίσει την πολιτική του Τζο Μπάιντεν απέναντι στη Ρωσία, παρά το γεγονός ότι ο Ρεπουμπλικανός είχε δώσει αρκετά δείγματα γραφής ως προς το πώς αντιλαμβάνεται τόσο τις σχέσεις με τη Μόσχα όσο και τη γεωπολιτική ευρύτερα. Εκ των υστέρων, θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι Ευρωπαίοι έπρεπε ήδη να έχουν επεξεργαστεί, σε συνεργασία με το Κίεβο, ένα σχέδιο παγώματος του μετώπου.
Τελικά, η ίδια η πραγματικότητα τους διέψευσε: ο Τραμπ δείχνει ότι, ανάμεσα στους Ευρωπαίους και τον Πούτιν, «ψηφίζει» τον δεύτερο. Οι επιθέσεις φιλίας και οι κολακείες των δυτικών ηγετών προς τον Τραμπ έπεσαν παταγωδώς στο κενό. Ταυτόχρονα, τα μέλη του ΝΑΤΟ υποχρεώθηκαν σε αύξηση των αμυντικών τους δαπανών στον υπερφιλόδοξο στόχο του 5%, σε μια ύστατη προσπάθεια να φέρουν τον πλανητάρχη με το μέρος τους. Και δεν είναι μόνο το Ουκρανικό. Κανείς δεν τολμά να αντιπαρατεθεί δημόσια με τον Τραμπ για τα σχέδιά του στη Γάζα, ενώ και σε δασμολογικό επίπεδο η ήπειρος βγαίνει επίσης ζημιωμένη.
Η άτσαλη προσγείωση στην πραγματικότητα
Ωστόσο, η ανοιχτή απειλή των ΗΠΑ να εισβάλουν σε έδαφος χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ, με πρόφαση την ασφάλεια των ΗΠΑ —η οποία καταρρίπτεται εύκολα— φαίνεται να ταρακούνησε τους Ευρωπαίους.
Σε αυτό συνέβαλε η Δανή πρωθυπουργός Μέτε Φρέντερικσεν, η οποία διατύπωσε δημόσια, ως αντίδραση στις νέες αμερικανικές απειλές για στρατιωτική κατάληψη της Γροιλανδίας, ότι: «Σε περίπτωση που οι ΗΠΑ επιτεθούν σε χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ, όλα τελειώνουν». Πρόκειται για μια φράση που πριν από λίγα χρόνια θα φαινόταν αδιανόητη. Ωστόσο, τα σχέδια του πλανητάρχη δεν αφήνουν κανέναν ανέγγιχτο. Ούτε καν κράτη που, τουλάχιστον στα χαρτιά, θεωρούνται σύμμαχοι, αν και στην πράξη αντιμετωπίζονται ως αντίπαλοι.
Πλέον, στον απόηχο του γεωπολιτικού τσουνάμι των τελευταίων ημερών, ο τόνος κάποιων εκ των Ευρωπαίων ηγετών φαίνεται να μετατοπίζεται.
Συγκεκριμένα, αιχμές για τις ΗΠΑ και τον πρόεδρο Τραμπ άφησε ο Εμανουέλ Μακρόν κατά τη διάρκεια της ομιλίας του προς τους πρεσβευτές της Γαλλίας, κάνοντας λόγο για σταδιακή απομάκρυνση από τους συμμάχους και απελευθέρωση από τους διεθνείς κανόνες, αλλά και για απόπειρες να μοιραστεί εκ νέου ο κόσμος υπό ένα νεοαποικιακό και νεοϊμπεριαλιστικό πρόσημο. Ο Γάλλος πρόεδρος απέφυγε μεν να αναφερθεί ονομαστικά στον Αμερικανό πρόεδρο, ωστόσο από τα συμφραζόμενα είναι σαφές σε ποιον απευθύνεται.
Κριτική ήρθε και από τη Γερμανία. Ο πρόεδρος της χώρας, Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ, του οποίου ο ρόλος είναι κυρίως συμβολικός, εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στην εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, προειδοποιώντας ότι η διεθνής τάξη κινδυνεύει να εκφυλιστεί σε έναν κόσμο όπου «οι πιο αδίστακτοι παίρνουν ό,τι θέλουν». Ο Γερμανός πρόεδρος κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να δράσει προκειμένου να προστατευθεί η παγκόσμια δημοκρατική τάξη, η οποία, όπως τόνισε, δέχεται πρωτοφανή πίεση.
Ποιος θα μιλήσει με τον Πούτιν;
Οι ΗΠΑ είχαν και στο παρελθόν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις με τη μη τήρηση του Διεθνούς Δικαίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εισβολή στο Ιράκ. Ωστόσο, η σημερινή αμερικανική στάση το αγνοεί με τρόπο πιο ωμό, πιο επιδεικτικό και πιο επιθετικό από οποιαδήποτε περίοδο μετά τη συγκρότησή του. Επομένως, οι ΗΠΑ της εποχής Τραμπ συνιστούν πλέον παράγοντα αποσταθεροποίησης του διεθνούς συστήματος. Υπό αυτό το πρίσμα, η αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο ζήτημα της Γροιλανδίας αποτελεί ένα πρώτο, θετικό δείγμα. Μένει, ωστόσο, να φανεί πώς θα χειριστεί το έτερο μείζον ζήτημα ασφάλειας, που δεν είναι άλλο από το Ουκρανικό.
Ο Εμανουέλ Μακρόν είχε ήδη δηλώσει πριν από τα Χριστούγεννα ότι επιδιώκει απευθείας συνομιλίες με τον Πούτιν, ώστε να αποκατασταθεί ένας απευθείας δίαυλος ανάμεσα στους Ευρωπαίους και τη Μόσχα. Τη θέση αυτή υποστήριξε και η πρωθυπουργός της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι, η οποία πρότεινε τον ορισμό ειδικού Ευρωπαίου Επιτετραμμένου για τη διαχείριση του Ουκρανικού.
Προφανώς, δεν θα πρέπει κανείς να περιμένει ότι η απευθείας επαφή θα παράξει άμεσα αποτελέσματα, τη στιγμή που το Κρεμλίνο δεν δείχνει να «καίγεται» για ένα πάγωμα του μετώπου, επιμένοντας σε μαξιμαλιστικούς στόχους. Ωστόσο, τα δείγματα του πρώτου χρόνου της εποχής Τραμπ 2.0 αποδεικνύουν ότι το μέλλον της ευρωπαϊκής ασφάλειας δεν μπορεί να αφεθεί στον εκάστοτε ένοικο του Λευκού Οίκου.
Μια μικρή γεωπολιτική νίκη για την ΕΕ
Τέλος, η κατ’ αρχήν επικύρωση της εμπορικής συμφωνίας ΕΕ–Mercosur αποτελεί μια μικρή νίκη για το ευρωπαϊκό μπλοκ, αν ερμηνευτεί με γεωστρατηγικούς όρους. Αρκετές ρυθμίσεις της συμφωνίας ενδέχεται να αποδειχθούν προβληματικές, ιδίως σε ζητήματα περιβαλλοντικής προστασίας, ποιότητας των προϊόντων και συνθηκών ανταγωνισμού. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν παύει να αποτελεί ένα άνοιγμα των ευρωπαϊκών κρατών προς τον Παγκόσμιο Νότο, στον οποίο η ΕΕ είχε μείνει πίσω σε σχέση με τη Ρωσία και την Κίνα. Σε μια εποχή όπου οι ΗΠΑ χάνουν την αξιοπιστία τους στη διεθνή σφαίρα, στον νέο πολυπολικό κόσμο που διαμορφώνεται, τέτοιου είδους συνδιαλλαγές μπορούν να αφήσουν μακροπρόθεσμα θετικό αποτύπωμα.






