Η βασική κατηγορία είναι πως οι αθέμιτες πρακτικές της Pepsi οδήγησαν σε διογκωμένες τιμές για τις αμερικανικές οικογένειες, ενώ στερούν από τους ανταγωνιστές λιανοπωλητές τη δυνατότητα να ανταγωνιστούν δίκαια. Σύμφωνα με την Επιτροπή Εμπορίου η εταιρεία προσέφερε στην Walmart διάφορα διαφημιστικά και προωθητικά εργαλεία, τα οποία δεν ήταν διαθέσιμα σε άλλα καταστήματα, με αποτέλεσμα να είναι καταδικασμένα εκ προοιμίου να υπολείπονται στην κούρσα του ανταγωνισμού.
Οι πρακτικές της Pepsi θέτουν σε μειονεκτική θέση άλλους λιανοπωλητές, από μεγάλες αλυσίδες παντοπωλείων έως ανεξάρτητα καταστήματα ψιλικών, ισχυρίζεται η FTC, με την εταιρεία να της απαντά ότι ο τρόπος που κατατέθηκε η αγωγή είναι «μεροληπτικός» και οι ισχυρισμοί της Επιτροπής Εμπορίου αβάσιμοι.
Σύμφωνα με την αγωγή που κατατέθηκε στη Νέα Υόρκη και στην οποία γίνεται αναλυτική αναφορά στις παραπάνμω κατηγορίες, η εταιρεία αναψυκτικών παραβίασε τον νόμο Robinson-Patman· ένας νόμος, ωστόσο, που έμεινε σε μεγάλο βαθμό ανεφάρμοστος για δεκαετίες, χωρίς ιδιαίτερες πιέσεις από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
«Η δράση της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου (FTC) θα βοηθήσει να διασφαλιστεί ότι όλοι οι παντοπώλες και άλλες επιχειρήσεις – ανεξαρτήτως μεγέθους – μπορούν να έχουν δίκαιες ευκαιρίες και να ανταγωνίζονται με βάση τις ικανότητες, την αποτελεσματικότητα και το ταλέντο τους», ανέφερε σε δήλωσή της η απερχόμενη πρόεδρος της FTC, Λίνα Καν.
Σημειώνεται πως οι δύο Ρεπουμπλικάνοι επίτροποι της FTC, συμπεριλαμβανομένου του Άντριου Φέργκιουσον, ο οποίος θα προεδρεύσει της επιτροπής μετά την ανάληψη των καθηκόντων του εκλεγμένου προέδρου Ντόναλντ Τραμπ τη Δευτέρα (20/1), ψήφισαν κατά της υπόθεσης.








