Η γαλλική εταιρεία κοινής ωφέλειας γνωστοποίησε την Πέμπτη ότι τα κέρδη προ τόκων και φόρων (EBIT) διαμορφώθηκαν στα 3,52 δισ. ευρώ, έναντι 4,13 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι. Χωρίς να υπολογίζονται οι πυρηνικές δραστηριότητες, η πτώση του EBIT έφτασε το 8,4%.
Η εταιρεία συνεχίζει τη στρατηγική περιορισμού της εξάρτησής της από τα γαλλικά περιουσιακά στοιχεία φυσικού αερίου, επιδιώκοντας παράλληλα να επωφεληθεί από τη μελλοντική ενίσχυση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας. Για τον σκοπό αυτό επενδύει διεθνώς σε αιολικά και φωτοβολταϊκά έργα, καθώς και σε υποδομές αποθήκευσης ενέργειας. Παράλληλα, βρίσκεται σε διαδικασία εξαγοράς του μεγαλύτερου δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενισχύοντας τη μετάβασή της μακριά από τα ορυκτά καύσιμα.
Την ίδια στιγμή, η Engie εφαρμόζει πρόγραμμα περιορισμού δαπανών, επιδιώκοντας να καλύψει τις απώλειες εσόδων που προέκυψαν στο Βέλγιο. Εκεί, μετά την παύση λειτουργίας τριών πυρηνικών αντιδραστήρων την περασμένη χρονιά, η εταιρεία διαθέτει πλέον μόνο δύο ενεργούς αντιδραστήρες. Επιπλέον, βρίσκεται σε συνομιλίες με το βελγικό κράτος για την πώληση όλων των πυρηνικών δραστηριοτήτων της στη χώρα, με στόχο να στραφεί σε δραστηριότητες που προσφέρουν μεγαλύτερη σταθερότητα σε έσοδα και κόστη.
Παρά τη μείωση των κερδών, η εταιρεία διατήρησε αμετάβλητες τις εκτιμήσεις της για την κερδοφορία του συνόλου της χρονιάς, βασιζόμενη στην ανάπτυξη του τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και στις μειώσεις λειτουργικού κόστους σε όλο τον όμιλο.
Η διευθύνουσα σύμβουλος Κατρίν ΜακΓκρέγκορ ανέφερε ότι η εταιρεία κατέγραψε «ικανοποιητική οικονομική απόδοση και ισχυρή επιχειρησιακή υλοποίηση», παρά τη διεθνή οικονομική αβεβαιότητα.



