Το εύρος των εξουσιοδοτήσεων που προβλέπει το σχέδιο νόμου για την επίτευξη των στόχων του σχεδίου νόμου κατά την επιτροπή αναδεικνύει το έλλειμμα οργανωμένης δουλειάς ώστε να υπάρχει εξαρχής η εξειδίκευση των δράσεων αντί να πρέπει να εκδοθούν υπουργικές αποφάσεις και προεδρικά διατάγματα τα οποία ''θα αποφύγουν και τη βάσανο του κοινωνικού διαλόγου'' όπως σχολίασαν οι ομιλητές στη συνεδρίαση της ΟΚΕ για την έκφραση γνώμης σχετικά με το θέμα.
Ασάφειες εντοπίζονται και στο τι γίνεται με τους ενεργειακούς επιθεωρητές (ποιοι θα είναι αυτοί ποια θα είναι η επιστημονική τους εμπειρία η κατάρτισή τους κλπ) και εκφράστηκαν φόβοι ότι δεν αποκλείεται να αποτελέσουν απλώς ένα γραφειοκρατικό γρανάζι εφόσον παραμένουν οι ασάφειες.
Επίσης ως προς τον προσδιορισμό των ίδιων δράσεων για κάθε επιμέρους τομέα (μεταφορές, δημόσια κτίρια, κατοικίες, επιχειρήσεις κλπ) κρίνεται αναγκαία η εκπόνηση ενός εθνικού κυλιόμενου προγράμματος δράσεων για βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας της χώρας κατά 20% μέχρι το 2020.
Αδιευκρίνιστο παραμένει όπως σημειώνεται και το που θα πηγαίνουν τα πρόστιμα που προβλέπει ο νόμος.
Ακόμα τονίζεται ότι ν ενώ ως εθνικός στόχος εξοικονόμησης ενέργειας τίθεται το 9% της μέσης ετήσιας τελικής ενεργειακής κατανάλωσης έως το 2016, η αρχή που θα έχει τον έλεγχο και την ευθύνη για το στόχο αυτό δεν καθορίζεται στο νόμο αλλά θα προσδιοριστεί με υπουργική απόφαση που θα εκδοθεί σε τρεις μήνες από τη θέση του νόμου σε ισχύ.
Επιπλέον υπογραμμίζεται εκτός από τη μεγάλη σημασία που έχει το ζήτημα της πιστοποίησης και του ελέγχου τόσο των προσόντων των ενεργειακών επιθεωρητών αλλά και των προϊόντων και υλικών ως προς την τήρηση προδιαγραφών που σχετίζονται με την ενεργειακή συμπεριφορά.
Ομοίως τονίζεται και το ζήτημα της ορθής θερμικής μέτρησης που είναι απολύτως αναγκαία για τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας.
Τέλος η ΟΚΕ θεωρεί ότι εάν τα ζητήματα αυτά δεν ρυθμιστούν ορθά, σαφώς και εγκαίρως, θα υπάρχει έντονη γραφειοκρατία και εμπόδια σε κάθε προσπάθεια εξοικονόμησης ενέργειας ενώ παράλληλα δεν θα αποκλείεται το ενδεχόμενο λειτουργίας παρόχων ενεργειακών υπηρεσιών σε περιβάλλον νομοθετικού κενού, γεγονός που θα δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην πράξη.