Σύμφωνα με όσα ανέφερε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο, η υπόθεση Novartis χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο αποδόμησης του «παλιού πολιτικού συστήματος» και ταυτόχρονα ως μοχλός πίεσης στον τραπεζικό τομέα. Ο κ. Στουρνάρας υποστήριξε ότι οι δύο κατηγορούμενοι μάρτυρες «κατέθεσαν ψευδώς» κατόπιν εκβιασμού από στελέχη της τότε κυβέρνησης, τα οποία - σύμφωνα με τον ίδιο- τον είχαν στοχοποιήσει προσωπικά.
«Ήταν μια από τις πιο χυδαίες μεθοδεύσεις της μεταπολίτευσης», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι οι εμπνευστές της υπόθεσης επιδίωκαν την απομάκρυνσή του από την Τράπεζα της Ελλάδος. Επισήμανε μάλιστα ότι «οι καταθέσεις για μένα και τη σύζυγό μου αποδείχθηκαν ψευδείς», κάνοντας λόγο για συστηματική προσπάθεια σπίλωσης της επαγγελματικής και προσωπικής του αξιοπιστίας.
Ο διοικητής αμφισβήτησε επίσης τη γνώση και την αξιοπιστία των τότε προστατευόμενων μαρτύρων, υπογραμμίζοντας πως «δεν είχαν καν εικόνα για τις πραγματικές αρμοδιότητες ενός υπουργού Οικονομικών», ενώ κατηγόρησε τους πολιτικούς χειριστές της υπόθεσης ότι «χρησιμοποίησαν τους μάρτυρες ως εργαλεία σε μια πολιτική εκστρατεία».
Αναφερόμενος στις δηλώσεις στελεχών της κυβέρνησης της περιόδου εκείνης, επικαλέστηκε και την περίφημη φράση του Παύλου Πολάκη περί «γίδας στην πλάτη», σημειώνοντας πως αυτή αποτελεί «σαφή ομολογία πίεσης» προς τους μάρτυρες.
Ολοκληρώνοντας την κατάθεσή του, απηύθυνε άμεση έκκληση προς τους δύο κατηγορούμενους: «Αν πουν τώρα ποιοι τους πίεσαν, η αλήθεια μπορεί να αποκαλυφθεί πλήρως. Έχουν ακόμη τη δυνατότητα να διορθώσουν μια τεράστια θεσμική εκτροπή».



