Ιστορικοί δεσμοί
Υπενθυμίζεται ότι η ελληνόφωνη Deutsche Welle έχει μακρά ιστορία. Έδωσε φωνή στους πολιτικά διωκόμενους Έλληνες που διέφυγαν στη Γερμανία στα σκληρά χρόνια της δικτατορίας, ενισχύοντας έτσι την αντίσταση και τον αγώνα κατά των συνταγματαρχών. Για όσους είχαν παραμείνει στην Ελλάδα, οι εκπομπές αυτές ακούγονταν κρυφά, καθώς αποτελούσαν μία από τις ελάχιστες πηγές ελεύθερης και ανεξάρτητης ενημέρωσης απέναντι στο καθεστώς. Επίσης, η DW είχε μεταδώσει τα μηνύματα των φοιτητών όταν προχώρησαν στην κατάληψη του Πολυτεχνείου.
Ακόμη και μετά την πτώση της χούντας, ο ρόλος της DW δεν πρέπει να υποτιμάται. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την ειδησεογραφία κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους την περασμένη δεκαετία. Παρά το γεγονός ότι εκείνη την περίοδο οι ελληνογερμανικές σχέσεις ήταν τεταμένες και τα μέσα παρασύρονταν στην προώθηση απλοϊκών στερεοτύπων, η DW κράτησε μια εξισορροπητική στάση, χωρίς να παρασυρθεί σε ακρότητες.
Επομένως, η διατήρηση του ελληνικού προγράμματος έχει μια χρηστική αξία. Τα ρεπορτάζ του αποτυπώνουν σημαντικές πτυχές της επικαιρότητας από μια διαφορετική σκοπιά, την οποία ζητούν, εξάλλου, μέχρι σήμερα, τα εγχώρια μέσα ενημέρωσης.
Η ανάγκη περικοπών και ο ρόλος της νέας διοίκησης
Η απόφαση για το ελληνόφωνο πρόγραμμα πάρθηκε από τη νέα γενική διευθύντρια της DW Μπάρμπαρα Μάσινγκ. Στην σχετική ανακοίνωση η κίνηση αιτιολογείται με την ανάγκη περικοπής δαπανών. Πράγματι, η Deutsche Welle καλείται να «μαζευτεί» κατά 21 εκατ. ευρώ. Ωστόσο το ελληνικό πρόγραμμα είναι το μόνο από τα 32 συνολικά που κατεβάζει ρολά. Άλλα προγράμματα, όπως το τουρκικό ή το πολωνικό, συνεχίζουν τη λειτουργία τους, έστω με περικοπές. Την ίδια στιγμή δίνεται εύλογη προτεραιότητα στην αναβάθμιση των προγραμμάτων της Ρωσίας και του Ιράν.
Στην Μάσινγκ καταλογίζεται έλλειψη πολιτικού κριτηρίου, το οποίο δεν συνδέεται με κάποια κακή πρόθεση αλλά με την απειρία της, καθώς ανέλαβε καθήκοντα μόλις τον περασμένο Οκτώβριο. Σημειώνεται ακόμη ότι δεν είχε προηγηθεί καμία ουσιαστική διαβούλευση με τους συνεργάτες και τις συνεργάτιδες του ελληνικού προγράμματος, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προορίζονται για εσωτερική μετάθεση.
Σύμφωνα πάντως με ασφαλείς πληροφορίες, οι πιθανότητες ανατροπής της αρχικής απόφασης είναι υπαρκτές. Κι αυτό συνδέεται με το γεγονός ότι το μπάτζετ του ελληνικού προγράμματος θεωρείται οικονομικά διαχειρίσιμο (γύρω στα 700.000 ετησίως), ενώ η απόφαση δεν πάρθηκε ομόφωνα από το Διοικητικό Συμβούλιο – όπως στις περικοπές σε άλλα προγράμματα – αλλά κατά πλειοψηφία.
Επιπλέον, δεν πρέπει να αγνοηθούν οι ευρύτερες συνέπειες, καθώς το «λουκέτο» του ελληνικού προγράμματος σηματοδοτεί την απώλεια ενός σημαντικού διαύλου επικοινωνίας Γερμανίας και Ελλάδας, τη στιγμή που οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται ριζικά, με σημαντικές προεκτάσεις στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.
Η περίπτωση του Γκαίτε Θεσσαλονίκης
Δεν είναι η πρώτη φορά που το ελληνικό πρόγραμμα απειλείται με αναστολή. Το ίδιο είχε συμβεί και το 1999, όταν το ελληνικό και το πολωνικό πρόγραμμα επρόκειτο αρχικά να κλείσουν μαζί με άλλα δέκα, και πάλι με οικονομικά κριτήρια, κάτι που, ωστόσο, τελικά αποφεύχθηκε μόνο για τις δυο αυτές συντάξεις.
Σημειώνουμε ακόμη ότι υπάρχει ιστορικό προηγούμενο με μια παρόμοια περίπτωση. Πριν λίγα χρόνια, κυρίως την περίοδο 2022-2023, εξεταζόταν το κλείσιμο αρκετών παραρτημάτων των Ινστιτούτων Γκαίτε, πάλι υπό το πρίσμα της εξοικονόμησης δαπανών. Ανάμεσα σε αυτά συμπεριλαμβανόταν και το παράρτημα της Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, υπήρχαν αντιδράσεις, καθώς παρήγαγε αξιόλογο έργο και αποτελούσε σημαντικό συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γερμανία, λόγω του μεγάλου αριθμού ομογενών που προέρχονται από την πόλη και την ευρύτερη περιοχή. Στο τέλος, η βάση του Γκαίτε στη συμπρωτεύουσα διασώθηκε ύστερα από διπλωματικές παρεμβάσεις και συνεννοήσεις των ελληνικών και γερμανικών αρχών.
Αυξημένες πιέσεις για επανεξέταση της απόφασης
Αντίστοιχες πρωτοβουλίες έχουν ήδη αναληφθεί για την περίπτωση της DW. Οι βουλευτές Τάσος Χατζηβασιλείου και Φίλιππος Φόρτωμας, καθώς και ο Κύπριος βουλευτής Χάρης Γεωργιάδης απέστειλαν σχετική επιστολή, με την οποία ζητούν τη διατήρηση του προγράμματος, στην πρόεδρο της Γερμανικής Βουλής, Γιούλια Κλέκνερ. Μάλιστα η επιστολή συνυπογράφεται από τον Μάριαν Βεντ, πρώην Βουλευτή του CDU και νυν επικεφαλής του ιδρύματος Konrad Adenauer σε Ελλάδα και Κύπρο.
Ταυτόχρονα, η ΠΟΕΣΥ μετέφερε τις ανησυχίες της για τις επιπτώσεις του «λουκέτου» της DW στο μιντιακό τοπίο στον Γερμανό πρέσβη Αντρέας Κιντλ, ο οποίος δεσμεύτηκε να μεταφέρει τις ενστάσεις τους στους αρμόδιους φορείς.
Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω κριτήρια και τις αυξημένες πιέσεις τόσο εντός της DW όσο και από πολιτικούς φορείς, υπάρχει συγκρατημένη αισιοδοξία ότι θα βρεθεί μια διέξοδος, ώστε το ελληνόφωνο τμήμα του Ομίλου να συνεχίσει το έργο του.






