Κάτι η κρίση, κάτι οι ασταθείς καιρικές συνθήκες που έχουν φέρει πίσω το καλοκαίρι έχουν αναστείλει την όποια άνοδο πωλήσεων, καθώς τα συγκεκριμένα είδη συγκαταλέγονται μεν στις αυθόρμητες αγορές αλλά συνδέονται στενά με την άνοδο ή την πτώση του υδραργύρου.
Σύμφωνα λοιπόν με αποκλειστικά στοιχεία του "R", το πεντάμηνο οι πωλήσεις των εμφιαλωμένων νερών στο οργανωμένο λιανεμπόριο μειώθηκαν κατά 3% σε αξία και άλλο τόσο σε όγκο. Παράγοντες της αγοράς αναφέρουν ότι η τάση στην συγκεκριμένη αγορά που αναμένεται να συνεχιστεί και στο μέλλον είναι η στροφή των καταναλωτών σε φθηνά προϊόντα PL, τα οποία ενισχύονται έναντι των επώνυμων σημάτων. Υπολογίζεται ότι ο τζίρος του κλάδου των εμφιαλωμένων νερών είναι γύρω στα 250-280 εκατ. ετησίως. Η αγορά φθάνει το 1,2 δισ. λίτρα, ενώ η κατά κεφαλήν κατανάλωση εμφιαλωμένου νερού στην Ελλάδα είναι γύρω στα 90-95 λίτρα ετησίως, όταν ο μέσος δυτικοευρωπαϊκός όρος είναι γύρω στα 140-150 λίτρα. Τα εισαγόμενα εμφιαλωμένα νερά στην Ελλάδα δεν αποτελούν πάνω από το 1% της αγοράς. Μιλάμε για έναν κλάδο ο οποίος κατά 99% της συνολικής κατανάλωσης είναι γηγενής.
Πτώση του τζίρου κατά 2-3% και συν 1% στον όγκο δείχνουν τα στοιχεία του πενταμήνου για τις μπύρες (οι οποίες την τετραετία της κρίσης έχουν χάσει σε αξία πάνω από 26%). Σε αυτή την προϊοντική κατηγορία λένε πηγές της αγοράς επικρατούν δύο τάσεις. Η μία είναι η στροφή των καταναλωτών από τα αλκοολούχα στις φθηνότερες μπύρες και η άλλη τάση είναι οι πολυάριθμες προσφορές -με δωρεάν προϊόν- που ουσιαστικά συμπιέζουν τα όποια περιθώρια κερδοφορίας. Με τον βαθμό αυτάρκειας στην ελληνική αγορά να κυμαίνεται στα επίπεδα του 87-90%, η κατά κεφαλή κατανάλωση μπίρας στην Ελλάδα υπολογίζεται για το 2013 στα 30 περίπου λίτρα -σε ανάλογα επίπεδα αναμένεται να κινηθεί και φέτος- έναντι 42 λίτρων το 2008, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής.
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν η σχετική αγορά θα μπορέσει να περάσει συνολικά φέτος τα 500 εκατ. ευρώ σε πωλήσεις και να φθάσει συνεπικουρούμενη και από την αναμενόμενη αύξηση του τουρισμού- τα 550 εκατ. ευρώ του 2010.