Η συμφωνία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα σε μια περίοδο όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες επιταχύνουν την προσπάθεια απεξάρτησης από την Κίνα στις κρίσιμες πρώτες ύλες. Η πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ, με δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια να κατευθύνονται στην ανάπτυξη εναλλακτικών αλυσίδων εφοδιασμού για τεχνολογικές και αμυντικές εφαρμογές, ενισχύει τη ζήτηση για δυτικούς παραγωγούς γαλλίου και εξηγεί το έντονο ενδιαφέρον αμερικανικών εταιρειών.
Η άλλη ταχύτητα ΕΕ – ΗΠΑ
Το γεγονός ότι η πρώτη μεγάλη εμπορική συμφωνία αφορά αμερικανικό όμιλο και όχι ευρωπαϊκό, παρότι η επένδυση σχεδιάστηκε με στόχο να καλύψει τις ανάγκες της Ευρώπης, είχε ουσιαστικά προαναγγελθεί από τον Ευάγγελο Μυτιληναίο. Μιλώντας πριν από λίγες εβδομάδες στην τελετή της European Metals, ο πρόεδρος και CEO της Metlen είχε επισημάνει ότι η μεγαλύτερη ζήτηση προέρχεται από την Ιαπωνία, ακολουθούν οι ΗΠΑ και η Νότια Κορέα, ενώ η Ευρώπη βρίσκεται μόλις στην τέταρτη θέση.
Όπως είχε εξηγήσει, το γάλλιο χρησιμοποιείται σε προηγμένες τεχνολογικές εφαρμογές, στις οποίες η Ευρώπη εξακολουθεί να μην διαθέτει αντίστοιχη ισχυρή βιομηχανική βάση.
«Ξεκινήσαμε να κάνουμε την επένδυση για να καλύψουμε τις ανάγκες της Ευρώπης. Ίσως όμως να μην έχουμε Ευρωπαίους πελάτες», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά, αποτυπώνοντας το έλλειμμα της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής.
Μήνυμα στην Ευρώπη
Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η χθεσινή του ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου τονίζει ότι σε μια περίοδο κατά την οποία η ανθεκτικότητα, η στρατηγική αυτονομία και η ασφάλεια των αλυσίδων εφοδιασμού αποκτούν καθοριστική σημασία, η Ευρώπη οφείλει να αναπτύξει τις δικές της παραγωγικές δυνατότητες σε κρίσιμες πρώτες ύλες που θα στηρίξουν το βιομηχανικό της μέλλον.
Χαρακτηρίζει τη συμφωνία στρατηγικό ορόσημο όχι μόνο για τη Metlen, αλλά και για την ελληνική βιομηχανία, την ευρωπαϊκή μεταλλουργία και συνολικά για την προσπάθεια δημιουργίας μιας πιο ανθεκτικής ευρωπαϊκής αλυσίδας εφοδιασμού κρίσιμων μετάλλων. Παράλληλα, αφήνει σαφές μήνυμα συνέχειας, σημειώνοντας ότι «αυτή είναι μόνο η αρχή», καθώς οι ομάδες Έρευνας και Ανάπτυξης συνεχίζουν να εργάζονται για νέες εφαρμογές και επιτυχίες στον τομέα των Critical & Rare Metals.
Τα οικονομικά δεδομένα
Πέρα, όμως, από τη στρατηγική διάσταση, η πρώτη συμφωνία αναβαθμίζει θεαματικά και τα οικονομικά δεδομένα της επένδυσης. Σύμφωνα με πληροφορίες, υπογράφηκε σε επίπεδα τιμών που υπερβαίνουν τα 3.000 ευρώ ανά κιλό, περίπου τριπλάσια από τις παραδοχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η τελική επενδυτική απόφαση πριν από περίπου ενάμιση χρόνο.
Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ότι η αγορά αποτιμά ήδη το ευρωπαϊκό γάλλιο σε πολύ υψηλότερα επίπεδα από εκείνα που είχαν αρχικά προβλεφθεί, δημιουργώντας σημαντικά περιθώρια αναθεώρησης των οικονομικών προβλέψεων του έργου. Παράλληλα, οι διεθνείς ανοδικές τάσεις στις τιμές ενισχύουν τις προσδοκίες ότι και οι συμφωνίες που θα ακολουθήσουν για το υπόλοιπο 75% της παραγωγής θα κινηθούν σε αντίστοιχα ή ακόμη υψηλότερα επίπεδα.
Οι εκτιμήσεις των Alpha Finance, Axia και Optima Bank συγκλίνουν πλέον στο ότι η δραστηριότητα του γαλλίου μπορεί να αποφέρει λειτουργική κερδοφορία (EBITDA) της τάξης των 100-150 εκατ. ευρώ ετησίως όταν η μονάδα φτάσει σε πλήρη ανάπτυξη από το 2028, έναντι περίπου 40 εκατ. ευρώ που προέβλεπε το αρχικό business plan. Σε ακόμη πιο ευνοϊκό περιβάλλον τιμών, ορισμένα σενάρια ανεβάζουν τη δυνητική συνεισφορά ακόμη και κοντά στα 200 εκατ. ευρώ.
Κυκλική οικονομία με ισχυρό αποτύπωμα
Το βασικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της Metlen είναι ότι το γάλλιο παράγεται ως παραπροϊόν της υφιστάμενης παραγωγής αλουμίνας, αξιοποιώντας βωξίτη από τα ιδιόκτητα μεταλλεία του ομίλου. Έτσι, το κόστος παραγωγής παραμένει ιδιαίτερα χαμηλό, με αποτέλεσμα κάθε σημαντική άνοδος της διεθνούς τιμής να μεταφράζεται σχεδόν άμεσα σε ενίσχυση της κερδοφορίας.
Το γάλλιο, ωστόσο, αποτελεί μόνο το πρώτο βήμα ενός πολύ ευρύτερου σχεδίου. Η Metlen έχει ήδη συγκροτήσει τη νέα Διεύθυνση Critical Raw Materials & Circular Metals, υπό τον Γιώργο Μυτιληναίο, ενοποιώντας όλες τις δραστηριότητες που αφορούν τις κρίσιμες πρώτες ύλες και την κυκλική μεταλλουργία. Η οργανωτική αυτή κίνηση αποτυπώνει τη στρατηγική επιλογή του ομίλου να δημιουργήσει έναν νέο ισχυρό πυλώνα ανάπτυξης γύρω από τα στρατηγικά μέταλλα της ενεργειακής μετάβασης.
Καθοριστικό ρόλο στα επόμενα βήματα αναμένεται να διαδραματίσει και η διεθνής πατέντα της Metlen για την ανάκτηση πολύτιμων μετάλλων από βιομηχανικά κατάλοιπα. Η τεχνολογία επιτρέπει την παραγωγή μετάλλων με σημαντικά χαμηλότερο ενεργειακό και περιβαλλοντικό αποτύπωμα, χωρίς νέες εξορύξεις, αποτελώντας τη βάση του επενδυτικού προγράμματος ύψους 500 εκατ. ευρώ στην κυκλική μεταλλουργία, το οποίο εκτιμάται ότι θα δημιουργεί EBITDA περίπου 220 εκατ. ευρώ ετησίως από την παραγωγή χαλκού, ψευδαργύρου, νικελίου, κοβαλτίου, μαγγανίου και πυριτίου.
Η δυναμική του γαλλίου ενισχύεται και από τις διεθνείς προοπτικές της αγοράς με τεχνολογικούς κολοσσούς να αποτελούν εν δυνάμει πελάτες. Σύμφωνα με τις Fastmarkets, Project Blue, CRU, Benchmark Mineral Intelligence και τον International Energy Agency, η ζήτηση αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά την επόμενη δεκαετία, καθώς το μέταλλο αποτελεί βασικό υλικό για ημιαγωγούς νιτριδίου του γαλλίου (GaN), οι οποίοι χρησιμοποιούνται σε data centers τεχνητής νοημοσύνης, δίκτυα 5G και 6G, εφαρμογές ηλεκτρικής ισχύος, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και αμυντικά συστήματα.
Ταυτόχρονα, οι κινεζικοί περιορισμοί στις εξαγωγές από το 2023 και η δημιουργία στρατηγικών αποθεμάτων κρίσιμων μετάλλων από τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία, την Αυστραλία και σταδιακά την Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις στη διαθέσιμη προσφορά. Με τα κράτη να εισέρχονται πλέον ως μόνιμοι αγοραστές σε μια σχετικά μικρή αγορά, οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι η εποχή του φθηνού γαλλίου έχει περάσει οριστικά.
Πρωτιά
Μέχρι το τέλος της δεκαετίας, η Metlen αναμένεται να εξελιχθεί στον πρώτο παραγωγό γαλλίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με δυναμικότητα 50 τόνων ετησίως, στο πλαίσιο της επένδυσης των περίπου 300 εκατ. ευρώ που έχει χαρακτηριστεί Strategic Project από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Μαζί με την Alcoa στην Αυστραλία και τη Rio Tinto στον Καναδά, αναμένεται να αποτελέσει έναν από τους τρεις βασικούς δυτικούς πυλώνες παραγωγής γαλλίου, συμβάλλοντας στη δημιουργία μιας αξιόπιστης εναλλακτικής αλυσίδας εφοδιασμού απέναντι στη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της Κίνας.



