Η συμφωνία με την ExxonMobil
Η συμφωνία για το «Οικόπεδο 2» στο Ιόνιο προβλέπει συμμετοχή της ExxonMobil με ποσοστό 60%, της Energean Hellas με 30% και της HelleniQ Upstream Δυτικής Κέρκυρας με 10%. Η παρουσία της αμερικανικής εταιρείας εντάσσεται στη λογική ενίσχυσης των ενεργειακών δεσμών Ελλάδας–ΗΠΑ. Η πρώτη ερευνητική γεώτρηση προγραμματίζεται για τα τέλη του 2026 ή τις αρχές του 2027, στη θέση «Ασωπός-1».
Η κυβέρνηση υποστηρίζει, μέσω του υπουργού Ενέργειας και Περιβάλλοντος Σταύρου Παπασταύρου, ότι εφόσον εντοπιστούν εμπορικά εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα φυσικού αερίου ή πετρελαίου, η Ελλάδα θα μπορούσε έως το 2030 να παράγει δικό της φυσικό αέριο, ενισχύοντας την ενεργειακή της αυτονομία, δημιουργώντας θέσεις εργασίας και νέο πλούτο.
Τα ρίσκα του εγχειρήματος
Πιο επιφυλακτικοί εμφανίζονται ειδικοί της αγοράς ενέργειας, που τονίζουν τη διαφορά ανάμεσα στην ερευνητική γεώτρηση και την εξόρυξη, σημείο που υπογράμμισε και η πρώην επίτροπος Μαρία Δαμανάκη σε πρόσφατη συνέντευξή της στο Βήμα. Η ύπαρξη κοιτασμάτων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυτά είναι αξιοποιήσιμα.
Οι προκαταρκτικές εκτιμήσεις για το Ιόνιο μιλούν για αποθέματα έως 200 δισ. κυβικών μέτρων, με πιθανότητες επιτυχίας μόλις 15%-18%. Πολλές ανάλογες εκτιμήσεις ενεργειακών κολοσσών για άλλα κοιτάσματα στο παρελθόν, αποδείχθηκαν υπεραισιόδοξες. Οι πετρελαϊκές εταιρείες σταθμίζουν πάντα το οικονομικό και περιβαλλοντικό ρίσκο, καθώς και τη μελλοντική ζήτηση, πριν προχωρήσουν σε επενδύσεις μεγάλης κλίμακας.
Παράλληλα, με βάση τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις, η Ελλάδα οφείλει θεωρητικά να μηδενίσει τις καθαρές εκπομπές έως το 2050. Οι προβλέψεις ότι θα παράγει φυσικό αέριο έως το 2030 θεωρούνται υπερφιλόδοξες, αφού η διαδικασία από την ανακάλυψη έως την εμπορική εκμετάλλευση κοιτασμάτων διαρκεί περίπου δέκα χρόνια ή και περισσότερο. Αυτό εγείρει το ερώτημα αν π.χ. το 2035 θα υπάρχει ακόμη επαρκής ζήτηση φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά, δεδομένου ότι οι ΑΠΕ εξακολουθούν να εξελίσσονται.
Επιπλέον, στην περίπτωση του Ιονίου, το μεγάλο θαλάσσιο βάθος δυσκολεύει το εγχείρημα μιας «ομαλής» εξόρυξης, αυξάνοντας τον κίνδυνο ατυχήματος που θα μπορούσε να προκαλέσει ανεπανόρθωτη οικολογική ζημιά. Τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του εγχειρήματος ανέδειξε επίσης σε ανακοίνωσή της η WWF Ελλάδος, η οποία έκανε λόγο για μόνιμη περιβαλλοντική υποβάθμιση και σοβαρότατες επιπτώσεις για την οικονομία και την κοινωνία.
Σημειώνεται ακόμη ότι μία τέτοια εξέλιξη, θα έθετε τη χώρα αντιμέτωπη με αυστηρά πρόστιμα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα ευρωπαϊκά δικαστήρια λόγω των παραγόμενων ρύπων, παρά το γεγονός ότι η Ένωση δεν απαγορεύει κατά βάση τις έρευνες και τις γεωτρήσεις.
Δύσκολα αναστρέψιμη η πορεία προς την πράσινη μετάβαση
Πάντως, παρότι η πράσινη μετάβαση δεν αποτελεί σήμερα απόλυτη προτεραιότητα για πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, λόγω των νέων γεωπολιτικών ισορροπιών και της επιστροφής του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, ειδικοί θεωρούν πως η πορεία αυτή είναι μη αναστρέψιμη. Κι αυτό γιατί πολλές ρεπουμπλικανικές πολιτείες επενδύουν σε ανανεώσιμες πηγές.
Παραδόξως, ενώ η κλιματική κρίση εντείνεται, η ανάπτυξη των ΑΠΕ έχει αποδειχθεί ταχύτερη από τις αρχικές προβλέψεις όταν υπογράφηκε η Συμφωνία του Παρισιού.
Επιστρέφοντας λοιπόν στην ελληνική περίπτωση, οι ΑΠΕ παραμένουν η φθηνότερη και ασφαλέστερη ενεργειακή επιλογή, αξιοποιώντας τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας, τον ήλιο, το νερό και τη θάλασσα. Αυτό που χρειάζεται ουσιαστική βελτίωση και αναβάθμιση είναι η τεχνική και δικτυακή υποδομή.
Η στροφή Μητσοτάκη και τα πολιτικά μηνύματα
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει κατηγορηθεί από την αντιπολίτευση, κυρίως από το ΠΑΣΟΚ, για αλλαγή πορείας, καθώς λίγα χρόνια πριν, από το βήμα του ΟΗΕ, χαρακτήριζε τη μάχη για τους υδρογονάνθρακες «αγώνα του περασμένου αιώνα». Κατά την πρώτη του θητεία, η κυβέρνηση επένδυσε δυναμικά στις ΑΠΕ, στο πλαίσιο απεξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο μετά την εισβολή στην Ουκρανία, ενώ το 2022 ψήφισε τον πρώτο Εθνικό Κλιματικό Νόμο, που έθεσε τις βάσεις για την πράσινη μετάβαση της χώρας.
Με την επιστροφή ωστόσο του Ντόναλντ Τραμπ, που εκλέχθηκε με σλόγκαν το “drill baby drill”, η κυβέρνηση αναπροσάρμοσε τη θέση της, επικεντρώνοντας τις προτεραιότητές της εκ νέου στις εξορύξεις.
Με μία προσεκτική ματιά πάντως παρατηρεί κανείς ότι η ρητορική της επικεντρώνεται περισσότερο στις ερευνητικές γεωτρήσεις και λιγότερο στις ίδιες τις εξορύξεις, πιθανότατα επειδή γνωρίζουν πώς οι έρευνες μπορούν να φέρουν αντίθετα από τα προσδοκόμενα αποτελέσματα. Είναι πιθανό η στροφή αυτή να λειτουργεί ως διπλωματικός ελιγμός για τη διατήρηση ισορροπιών με τις ΗΠΑ του Τραμπ, σε μια περίοδο ευρωπαϊκής αδράνειας και εσωστρέφειας.
Πώς επηρεάζονται τα ελληνοτουκρικά
Παράλληλα, οι θριαμβολογίες περί απομόνωσης της Τουρκίας από την Ουάσιγκτον φαίνονται υπερβολικές, καθώς η Άγκυρα εξακολουθεί να διαδραματίζει κομβικό ρόλο για τη Δύση στη Μέση Ανατολή και στο ουκρανικό μέτωπο. Μια οριστική ρήξη ΗΠΑ–Τουρκίας θεωρείται απίθανη. Επομένως, όσο συνεχίζεται ο ανταγωνισμός Αθήνας–Άγκυρας για την εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο, αυξάνεται και ο κίνδυνος θερμού επεισοδίου.
Δεν λείπουν, ωστόσο, οι φωνές που υποστηρίζουν πως οι δύο χώρες θα πρέπει να αφήσουν πίσω τη λογική των εξορύξεων και να επικεντρωθούν στην κοινή αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, από την οποία πλήττονται αμφότερες. Τη συγκεκριμένη πρόταση διατυπώνει ο καθηγητής στο τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και κάτοχος της έδρας Jean Monnet on EU climate and Energy Policies and the Eastern Mediterraneanτου Ανδρέας Στεργίου, στο βιβλίο του «Η Ελληνοτουρκική διένεξη στο Αιγαίο» (Εκδόσεις Κριτική).
Συνοψίζοντας, η συμφωνία με την ExxonMobil αποτελεί αναμφίβολα διπλωματική επιτυχία για την Αθήνα. Ωστόσο, οι πανηγυρισμοί περί ενεργειακής αναβάθμισης και πλουτισμού της χώρας είναι πρόωροι. Με δεδομένες τις τεχνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές προκλήσεις, αλλά και το αβέβαιο ενεργειακό τοπίο γενικότερα, η Ελλάδα θα κληθεί να διατηρήσει ανοιχτό τον δρόμο των ΑΠΕ, καθώς αυτός φαίνεται προς το παρόν ο ασφαλέστερος για την περιβαλλοντική, οικονομική, ενεργειακή και γεωστρατηγική της αυτάρκεια, χωρίς να διακυβεύει τις διεθνείς δεσμεύσεις της απέναντι στην Ευρώπη και τη διεθνή κοινότητα.



