Το «σήμα» έδωσε ο υφυπουργός Ενέργειας Νίκος Τσάφος, μιλώντας στην εκδήλωση με θέμα «Η Ελλάδα στη Νέα Εποχή της Πυρηνικής Ενέργειας», η οποία πραγματοποιήθηκε στο Ίδρυμα Ευγενίδου με τη συμμετοχή εκπροσώπων της αγοράς, της ακαδημαϊκής κοινότητας και θεσμικών φορέων.
Στην τοποθέτησή του, ο κ. Τσάφος επιχείρησε να εξηγήσει γιατί, παρά τη σημαντική πρόοδο των ΑΠΕ στην Ελλάδα, η διεθνής συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια επιστρέφει δυναμικά στο ενεργειακό μείγμα.
Όπως ανέφερε, η χώρα έχει περιορίσει την παραγωγή από λιγνίτη κατά περισσότερο από 98%, ενώ καταγράφει υψηλές επιδόσεις στις ανανεώσιμες πηγές, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση παγκοσμίως στα φωτοβολταϊκά και την ένατη στα αιολικά. Παράλληλα, σημείωσε ότι η Ελλάδα διαθέτει πλέον την έβδομη χαμηλότερη χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ, όταν το 2019 βρισκόταν στην αντίθετη πλευρά της κατάταξης.
Ωστόσο, όπως τόνισε, η μεγάλη πρόκληση παραμένει η μεταβλητότητα της παραγωγής από ΑΠΕ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, η ημερήσια παραγωγή από αιολικά κυμάνθηκε την προηγούμενη χρονιά από 2 έως 78 γιγαβατώρες, ενώ η αντίστοιχη παραγωγή από φωτοβολταϊκά κινήθηκε από 2,6 έως 54 γιγαβατώρες.
«Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι συμβαίνει τις ημέρες χαμηλής παραγωγής», σημείωσε, εξηγώντας ότι σήμερα το σύστημα βασίζεται στην αποθήκευση ενέργειας, στα υδροηλεκτρικά και στο φυσικό αέριο ως μηχανισμό εφεδρείας.
Ο υφυπουργός ξεκαθάρισε ότι η κυβέρνηση δεν εξετάζει άμεσα την ανάπτυξη πυρηνικών μονάδων, αναγνώρισε όμως ότι διεθνώς παρατηρείται αναθέρμανση του επενδυτικού ενδιαφέροντος για την τεχνολογία, παρά τα υψηλά κόστη, τις καθυστερήσεις και τις τεχνικές δυσκολίες που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν τον κλάδο.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το ζητούμενο σε αυτή τη φάση είναι η δημιουργία ενός πλαισίου στρατηγικής προετοιμασίας, ώστε η χώρα να διαθέτει τεχνογνωσία, θεσμική επάρκεια και ανθρώπινο δυναμικό όταν οι τεχνολογίες ωριμάσουν και οι συνθήκες της αγοράς το επιτρέψουν.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στην ανάγκη ενίσχυσης της εγχώριας επιστημονικής βάσης. Ο πρόεδρος του ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» Γιώργος Καρκαλέτσης υπογράμμισε ότι η Ελλάδα διαθέτει ιστορική τεχνογνωσία στον τομέα, ωστόσο απαιτείται άμεσα ανανέωση του εξειδικευμένου προσωπικού, καθώς μεγάλο μέρος των επιστημόνων της προηγούμενης γενιάς έχει αποχωρήσει ή δραστηριοποιείται στο εξωτερικό.
Παράλληλα, ανέδειξε τον ρόλο του «Δημόκριτου» ως κόμβου διασύνδεσης έρευνας, εκπαίδευσης και τεχνικής υποστήριξης, ειδικά σε ζητήματα ασφάλειας, διαχείρισης αποβλήτων και επιστημονικής αξιολόγησης.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας Δημήτρης Χουδιάδας στάθηκε στη σημασία της πρόσφατης συνεργασίας με τη Γαλλία και στην ανάγκη ανάπτυξης ρυθμιστικής ετοιμότητας για πιθανές μελλοντικές εφαρμογές πυρηνικής τεχνολογίας.
Όπως εξήγησε, η Ελλάδα διαθέτει εμπειρία σε ελεγκτικούς μηχανισμούς για βιομηχανικές δραστηριότητες, όχι όμως ακόμη πλήρες πλαίσιο για πυρηνικές εγκαταστάσεις, γεγονός που καθιστά κρίσιμη τη μεταφορά τεχνογνωσίας και την εκπαίδευση στελεχών.
Η συζήτηση που άνοιξε στο Ίδρυμα Ευγενίδου δείχνει ότι, παρά την απουσία άμεσων αποφάσεων για επενδύσεις, η Αθήνα επιδιώκει να παρακολουθήσει πιο ενεργά τις διεθνείς εξελίξεις στην πυρηνική ενέργεια και να διαμορφώσει από νωρίς τις προϋποθέσεις για ενδεχόμενη μελλοντική συμμετοχή της χώρας στη νέα αγορά πυρηνικών τεχνολογιών.






