• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
ΙΝΣΕΤΕ: Ακτινογραφία του τουριστικού τομέα στις 13 Περιφέρειες της χώρας
15:30 - 14 Ιαν 2026

ΙΝΣΕΤΕ: Ακτινογραφία του τουριστικού τομέα στις 13 Περιφέρειες της χώρας

Περισσότερα αλλά μικρότερης διάρκειας ταξίδια, με αποτέλεσμα λιγότερες διανυκτερεύσεις, ενίσχυση του brand της Ελλάδας στις μεγάλες αγορές της Δυτικής Ευρώπης με συνακόλουθη και την αύξηση των τουριστικών εισπράξεων της χώρας, άνοδος της κρουαζιέρας,  σταδιακή βελτίωση της εποχικότητας και ενίσχυση των τουριστικών μεγεθών στην Αττική και στην Αθήνα.    

Αυτά είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού τουρισμού όπως διαμορφώνονται τα τελευταία χρόνια, από το 2019 μέχρι σήμερα και αποτυπώνονται στα βασικά μεγέθη του τομέα στην «Ετήσια Έκθεση του Τουρισμού 2024», μαζί με τις Ετήσιες Εκθέσεις για τις 13 Περιφέρειες που έχει εκπονήσει το Ινστιτούτο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ). Η ανάλυση περιλαμβάνει και τις σημαντικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο τομέας για την επόμενη μέρα, όπως, μεταξύ άλλων, η κλιματική αλλαγή, οι φορολογικές επιβαρύνσεις και το ανορθολογικό Τέλος Κλιματικής Αλλαγής, αλλά και η ανάγκη για σαφή και αποτελεσματικό χωροταξικό σχεδιασμό.

Οι εκθέσεις, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν δεδομένα για το φυσικό και κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον κάθε Περιφέρειας, τους τουριστικούς της πόρους, το μέγεθος της τουριστικής οικονομίας και απασχόλησης, τα βασικά μεγέθη και τους δείκτες εισερχόμενου τουρισμού για το έτος 2024 (αφίξεις, διανυκτερεύσεις, εισπράξεις, πληρότητα κλπ.), την αεροπορική, θαλάσσια και οδική κίνηση, τις επισκέψεις και εισπράξεις σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, τις τουριστικές υποδομές και τους βασικούς δείκτες απόδοσης και αξιολόγησης των ξενοδοχείων.

Εισπράξεις, αφίξεις και διανυκτερεύσεις

Ως προς τις γενικότερες επιδόσεις του ελληνικού τουρισμού η επίτευξη νέων υψηλών μεγεθών σε αφίξεις και εισπράξεις το 2024 δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχες επιδόσεις στις διανυκτερεύσεις, οι οποίες υπολείπονται αυτών του 2019. Πιο συγκεκριμένα, οι εισπράξεις (πλην κρουαζιέρας) με βάση τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος αυξήθηκαν κατά 16,5% σε σχέση με το 2019, από τα 17,68 δισ. ευρώ στα 20,59 δισ. ευρώ το 2024. Οι αφίξεις ενισχύθηκαν κατά 14,7% στα 35,95 εκατ. ταξιδιώτες, ενώ οι διανυκτερεύσεις μειώθηκαν οριακά κατά 0,6% λίγο πάνω από τα 231 εκατ. το 2024 από 232,5 εκατ. το 2019. Αντίστοιχα και η Μέση Διάρκεια Παραμονής μειώθηκε κατά 13,3% στις 6,4 ημέρες.

Η Αττική εμφανίζει τη σημαντικότερη συμβολή στη συνολική μεταβολή και στα τρία μεγέθη, ιδιαίτερα δε στις εισπράξεις που τείνουν να διπλασιαστούν από το 2019, φτάνοντας σε επίπεδα πάνω από 4,75 δισ. ευρώ το 2024 από τα 2,59 δισ. ευρώ προ εξαετίας, με πολύ σημαντικό και το μερίδιο της Αττικής επί του συνόλου των Περιφερειών ως προς τις μεταβολές που παρατηρούνται μεταξύ 2019 και 2024 σε αφίξεις, εισπράξεις και διανυκτερεύσεις. Ειδικότερα ως προς τις διανυκτερεύσεις, η Αττική παρουσιάζει αύξηση κατά 13,8 εκατομμύρια έναντι μείωσης κατά 1,4 εκατομμύρια για το σύνολο των Περιφερειών της χώρας.

Ανά Περιφέρεια, εκτός από την Αττική, μεγάλη κερδισμένη με μεγάλες διψήφιες ποσοστιαίες αυξήσεις και στα τρία μεγέθη είναι και η Ήπειρος -αν και με κατά πολύ μικρότερα μεγέθη- ενώ μικρότερες ποσοστιαίες αυξήσεις και στα τρία μεγέθη παρουσιάζουν η Κρήτη και τα Ιόνια Νησιά. Από τις υπόλοιπες Περιφέρειες, αύξηση εισπράξεων, παρά τη μείωση των διανυκτερεύσεων, παρουσιάζουν το Νότιο Αιγαίο, η Στερεά Ελλάδα και η Δυτική Ελλάδα. Το Βόρειο Αιγαίο, παρά τη μείωση των επισκέψεων, παρουσιάζει αύξηση διανυκτερεύσεων και εισπράξεων. Το αντίθετο ισχύει για την Ανατολική Μακεδονία – Θράκη, Πελοπόννησο, Θεσσαλία και Δυτική Μακεδονία που παρουσιάζουν σημαντικές μειώσεις και στα τρία μεγέθη. Η Κεντρική Μακεδονία παρά την αύξηση των επισκέψεων, καταγράφει μείωση διανυκτερεύσεων και εισπράξεων.

Ειδικότερα, ανά Περιφέρεια οι επισκέψεις, οι τουριστικές εισπράξεις και η μέση δαπάνη ανά επίσκεψη στην Ελλάδα και το ποσοστό μεταβολής μεταξύ 2023 και 2024 διαμορφώθηκαν ως εξής:

Η Περιφέρεια Αττικής υποδέχθηκε το 22% των επισκέψεων που καταγράφηκαν στις Περιφέρειες της Ελλάδας το 2024, σημειώνοντας αύξηση κατά 11% σε σύγκριση με το 2023 (από 7,9 εκατ. σε 8,8 εκατ.). Η Αττική κατέχει μερίδιο 23% στο σύνολο των τουριστικών εισπράξεων που σημειώθηκαν στη χώρα το 2024, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 25% σε σύγκριση με το 2023 (από 3,8 δισ. ευρώ σε 4,8 δισ. ευρώ). Η Μέση Δαπάνη αυξήθηκε κατά 13% από 480 ευρώ σε 541 ευρώ.

Η Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου υποδέχθηκε το 19% επί του συνόλου των επισκέψεων το 2024, με αύξηση κατά 9% σε σύγκριση με το 2023 (από 7,0 εκατ. σε 7,6 εκατ.). Το Νότιο Αιγαίο κατέχει μερίδιο από την άλλη πλευρά, το υψηλότερο, της τάξεως του 28% επί του συνόλου των τουριστικών εισπράξεων της χώρας αυξημένο κατά 6% σε σύγκριση με το 2023 (από 5,3 δισ. ευρώ σε 5,7 δισ. ευρώ). Η Μέση Δαπάνη αντίθετα μειώθηκε κατά 2% από 767 ευρώ σε 752 ευρώ.

Η Περιφέρεια Κρήτης υποδέχθηκε το 15% των επισκέψεων που καταγράφηκαν στις Περιφέρειες της Ελλάδας το 2024, σημειώνοντας αύξηση κατά 8% σε σύγκριση με το 2023 (από 5,5 εκατ. σε 6,0 εκατ.). Η Κρήτη έχει μερίδιο 22% στο σύνολο των τουριστικών εισπράξεων που σημειώθηκαν στη χώρα μας το 2024, παρουσιάζοντας μείωση κατά 12% σε σύγκριση με το 2023 (από 5,2 δισ. ευρώ σε 4,6 δισ. ευρώ). Η Μέση Δαπάνη μειώθηκε κατά 19% από 941 ευρώ σε 767 ευρώ.

Η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας υποδέχθηκε το 18% των επισκέψεων επί του συνόλου της χώρας, σημειώνοντας αύξηση κατά 7% σε σύγκριση με το 2023 (από 6,6 εκατ. σε 7,0 εκατ.). Η Περιφέρεια έχει μερίδιο 7% στο σύνολο των τουριστικών εισπράξεων, με μείωση κατά 2% σε σύγκριση με το 2023 (από 1,5 δισ. ευρώ σε 1,5 δισ. ευρώ). Η Μέση Δαπάνη μειώθηκε κατά 8% από 231 ευρώ σε 211 ευρώ.

Η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων υποδέχθηκε το 9% των επισκέψεων επί του συνόλου, με αύξηση κατά 2% έναντι του 2023 (από 3,4 εκατ. σε 3,4 εκατ.), ενώ το μερίδιό της στις εισπράξεις διαμορφώθηκε στο 10%, με μείωση κατά 3% έναντι του 2023 (από 2,0 δισ. ευρώ σε 2,0 δισ. ευρώ). Η Μέση Δαπάνη μειώθηκε κατά 4% από 604 ευρώ σε 578 ευρώ.

Η Περιφέρεια Αν. Μακεδονίας - Θράκης υποδέχθηκε το 4% των επισκέψεων, σημειώνοντας αύξηση κατά 13% σε σύγκριση με το 2023 (από 1,3 εκατ. σε 1,4 εκατ.), ενώ στο σύνολο των τουριστικών εισπράξεων είναι στο 2%, σημειώνοντας αύξηση κατά 18% σε σύγκριση με το 2023 (από 326 εκατ. ευρώ σε 386 εκατ. ευρώ). Η Μέση Δαπάνη αυξήθηκε κατά 5% από 254 ευρώ σε 267 ευρώ.

Η Περιφέρεια Πελοποννήσου υποδέχθηκε το 2% των επισκέψεων επί του συνόλου, με αύξηση κατά 3% σε σύγκριση με το 2023 (από 732 χιλ. σε 757 χιλ.), ενώ το μερίδιο της στις εισπράξεις ήταν στο 2%, μειωμένο κατά 3% σε σύγκριση με το 2023 (από 383 εκατ. ευρώ σε 371 εκατ. ευρώ). Η Μέση Δαπάνη μειώθηκε κατά 6% από 524 ευρώ σε 491 ευρώ.

Η Περιφέρεια Ηπείρου υποδέχθηκε το 5% των επισκέψεων που καταγράφηκαν στις Περιφέρειες της Ελλάδας το 2024, σημειώνοντας αύξηση κατά 20% σε σύγκριση με το 2023 (από 1,7 εκατ. σε 2,1 εκατ.). Το μερίδιό της είναι στο 2% επί του συνόλου των τουριστικών εισπράξεων, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 19% σε σύγκριση με το 2023 (από 330 εκατ. ευρώ σε 394 εκατ. ευρώ). Η Μέση Δαπάνη μειώθηκε κατά 1% από 193 ευρώ σε 192 ευρώ.

Η Περιφέρεια Θεσσαλίας υποδέχθηκε το 2% επι του συνόλου των επισκέψεων, με αύξηση κατά 12% σε σύγκριση με το 2023 (από 624 χιλ. σε 698 χιλ.). Η Θεσσαλία κατέχει μερίδιο μόλις 1% στο σύνολο των τουριστικών εισπράξεων του 2024, παρουσιάζοντας μείωση κατά 5% σε σύγκριση με το 2023 (από 253 εκατ. ευρώ σε 240 εκατ. ευρώ). Η Μέση Δαπάνη μειώθηκε κατά 15% από 406 ευρώ σε 344 ευρώ.

Η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας υποδέχθηκε το 2% των επισκέψεων επί του συνόλου το 2024, με αύξηση κατά 9% σε σύγκριση με το 2023 (από 564 χιλ. σε 614 χιλ.). Το μερίδιό της είναι μόλις 1% στο σύνολο των τουριστικών εισπράξεων, σημειώνοντας αύξηση κατά 24% σε σύγκριση με το 2023 (από 210 εκατ. ευρώ σε 261 εκατ. ευρώ). Η Μέση Δαπάνη αυξήθηκε κατά 14% από 373 ευρώ σε 425 ευρώ.

Η Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας υποδέχθηκε επίσης το 1% των επισκέψεων επί του συνόλου, με αύξηση κατά 7% σε σύγκριση με το 2023 (από 494 χιλ. σε 530 χιλ.), ενώ το μερίδιό της στις εισπράξεις είναι στο 1%, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 32% σε σύγκριση με το 2023 (από 166 εκατ. ευρώ σε 219 εκατ. ευρώ). Η Μέση Δαπάνη αυξήθηκε κατά 23% από 336 ευρώ σε 414 ευρώ.

Η Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου υποδέχθηκε μόλις το 1% των επισκέψεων που καταγράφηκαν στις Περιφέρειες της Ελλάδας το 2024, σημειώνοντας αύξηση κατά 40% σε σύγκριση με το 2023 (από 207 χιλ. σε 291 χιλ.). Η Περιφέρεια κατέχει μερίδιο 1% στο σύνολο των τουριστικών εισπράξεων που καταγράφηκαν στην Ελλάδα το 2024, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 33% σε σύγκριση με το 2023 (από 149 εκατ. ευρώ σε 197 εκατ. ευρώ). Η Μέση Δαπάνη μειώθηκε κατά 5% από 716 ευρώ σε 677 ευρώ.

Η Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας υποδέχθηκε και αυτή μόλις 1% επί του συνόλου των επισκέψεων, με μείωση σε σύγκριση με το 2023 κατά 2% (από 206 χιλ. σε 201 χιλ.). Η Περιφέρεια κατέχει μόλις το 0,2% του συνόλου των τουριστικών εισπράξεων που καταγράφηκαν στην Ελλάδα το 2024, παρουσιάζοντας μείωση κατά 7% σε σύγκριση με το 2023 (από 51 εκατ. ευρώ σε 47 εκατ. ευρώ). Η Μέση Δαπάνη μειώθηκε κατά 5% από 246 ευρώ σε 234 ευρώ.

Οι προκλήσεις

Στην έκθεση γίνεται αναφορά και στις προκλήσεις στις οποίες καλείται να ανταποκριθεί ο τομέας, πιο άμεσα αλλά και σε μεσο-μακροχρόνιο ορίζοντα.

Η κλιματική αλλαγή και κυρίως ο τρόπος με τον οποίο επηρεάζει την Ελλάδα, δηλαδή με υπερβολική ζέστη και ακραία καιρικά φαινόμενα όπως ο Ιανός ή ο Daniel κλπ., επιδρά τόσο στη ζήτηση με σταδιακή μείωση της έντασης της εποχικότητας από το τρίτο σε άλλα τρίμηνα, όσο και στην προσφορά υπογραμμίζοντας την ανάγκη για επενδύσεις – κυρίως δημόσιες, αλλά και ιδιωτικές – σε ανθεκτικότερες υποδομές και σε επενδύσεις, όπως είναι οι μονώσεις, καθώς και για κάλυψη των αυξημένων ενεργειακών απαιτήσεων. Συναφές είναι και το θέμα της περιβαλλοντικής πιστοποίησης των ξενοδοχείων, όπου η Ελλάδα παρουσιάζει χαμηλότερο ποσοστό πιστοποιημένων ξενοδοχείων σε σχέση με τους ανταγωνιστές της.

Η ανάγκη για έγκαιρη και αποτελεσματική προσαρμογή της εκπαίδευσης και της κατάρτισης στις σύγχρονες τάσεις με έμφαση στην ανάπτυξη δεξιοτήτων, είναι μείζονος σημασίας καθώς βασικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα του ελληνικού τουρισμού είναι οι εργαζόμενοί του που, εκτός από υψηλό επίπεδο εξυπηρέτησης, προσφέρουν και την αίσθηση της ελληνικής φιλοξενίας.

Ο υψηλός ΦΠΑ και το ανορθολογικό Τέλος Κλιματικής Αλλαγής επιβαρύνουν σημαντικά την τιμή και συνεπώς την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού ξενοδοχειακού προϊόντος, ιδιαίτερα των μονάδων εκείνων που έχουν μικρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, πιέζουν τη λειτουργική κερδοφορία και εμποδίζουν την χωρική και χρονική επέκταση της δραστηριότητας και την ανάδειξη νέων προορισμών. Επιπλέον, η πλειονότητα των επιχειρήσεων του τουριστικού τομέα, μικρομεσαίες κατά κύριο λόγο οι οποίες συνθέτουν ένα σημαντικό τμήμα της ταυτότητας και κατ’ επέκταση της διαφοροποίησης του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, έχει εξαιρετικά περιορισμένη πρόσβαση στον τραπεζικό τομέα.

Ψηφιακός μετασχηματισμός, εμπλουτισμός του τουριστικού προϊόντος, και πάνω από όλα σαφής, ευέλικτος και αποτελεσματικός χωροταξικός σχεδιασμός που θα υπηρετεί τον διττό στόχο του ασφαλούς αναπτυξιακού περιβάλλοντος σε πλαίσια αειφορίας είναι επίσης στις βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο τομέας, με αναγκαία και την εφαρμογή στρατηγικής βιώσιμης ανάπτυξης ανά προορισμό.

Ο κ. Ηλίας Κικίλιας, Γενικός Διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ δήλωσε σχετικά: «Το 2024 ο ελληνικός τουρισμός επιβεβαίωσε τη δυναμική και τον κομβικό του ρόλο για τη χώρα, ενώ και τα στοιχεία του δεκαμήνου του 2025 καταγράφουν συνέχιση της θετικής πορείας. Το τουριστικό οικοσύστημα, για να διατηρήσει την ισχυρή του θέση και να διευρύνει τη δραστηριότητά του στον χώρο και στον χρόνο, χρειάζεται στρατηγική, σχέδιο, οργάνωση, αποτελεσματική διακυβέρνηση προορισμών και επαρκείς υποδομές. Η επέκταση της σαιζόν και η ανάδειξη νέων προορισμών που θα απορροφήσουν ένα μέρος της ζήτησης από τους πιο δημοφιλείς, προσκρούουν επίσης και στην υπερβάλλουσα και ανορθολογική φορολόγηση του προϊόντος. Με την ενίσχυση της βιωσιμότητας και ανθεκτικότητας, τη διατήρηση της ταυτότητας των προορισμών και τη διαφοροποίηση του τουριστικού μας προϊόντος, στο πλαίσιο μιας μακροχρόνιας και συνεκτικής στρατηγικής, μπορούμε να ενισχύσουμε περαιτέρω την ανταγωνιστικότητα της χώρας, αλλά κυρίως να διασφαλίσουμε περισσότερα οφέλη και ευημερία για τις τοπικές κοινωνίες.»