Με δεδομένη την παραπάνω διαπίστωση και σε μια προσπάθεια ευρύτερης ανάγνωσης του φαινομένου, συζητήσαμε με τη δημοσιογράφο και συγγραφέα Άννα Πατσέκο για τις αρνητικές πτυχές του τουρισμού στην Ισπανία και ειδικότερα στην πόλη της Βαρκελώνης.
Η Πατσέκο είναι συγγραφέας του βιβλίου «Ήρθα εδώ και μας θυμήθηκα, Μια Ιστορία για τον Τουρισμό, την Εργασία και την Τάξη» που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Carnivora.
Πώς επηρεάζει ο τουρισμός στη Βαρκελώνη τα ενοίκια και το κόστος ζωής;
Ο τουρισμός επηρεάζει άμεσα τις τιμές των κατοικιών, με τις ενώσεις ενοικιαστών και στεγαστικών οργανώσεων να παρατηρούν μια αυξανόμενη τάση συσσώρευσης ακινήτων. Οι ίδιοι φορείς που κατέχουν ξενοδοχεία διαθέτουν επίσης τουριστικά διαμερίσματα, φοιτητικές εστίες και ιδιωτικά ακίνητα προς ενοικίαση. Τα ακίνητα της πόλης συγκεντρώνονται όλο και περισσότερο σε λιγότερα χέρια. Είναι σαν μια τεράστια παρτίδα Monopoly στην οποία δεν κληθήκαμε ποτέ να συμμετάσχουμε και όπου οι εργαζόμενοι αποτελούν απλώς μέρος του σκηνικού.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν οι επιπτώσεις της διαβίωσης σε μια τουριστική πόλη: ένα σημαντικό εμπόδιο —το οποίο ο νόμος της Καταλονίας για το πλαφόν στα ενοίκια δεν έχει καταφέρει ακόμη να ξεπεράσει— είναι ότι μεγάλος αριθμός ιδιοκτητών έχει στραφεί στις βραχυπρόθεσμες εποχιακές μισθώσεις ή στα τουριστικά διαμερίσματα.
Αν επισκεφθείτε σήμερα μια ιστοσελίδα ακινήτων αναζητώντας διαμέρισμα στη Βαρκελώνη, θα διαπιστώσετε ότι η εξασφάλιση κατοικίας για μακροχρόνια διαμονή αποτελεί πρακτικά ακατόρθωτο εγχείρημα, καθώς τα περισσότερα διαθέσιμα ακίνητα απευθύνονται σε περιστασιακούς επισκέπτες. Το ίδιο ισχύει και για τις επιχειρήσεις στις τουριστικές περιοχές.
Επικρατεί η νοοτροπία: «Γιατί να κερδίζω λιγότερα, όταν θα μπορούσα να κερδίζω περισσότερα εστιάζοντας στους τουρίστες;». Δεδομένης της συνεχούς επέκτασης των τουριστικών ζωνών, ο μόνιμος κάτοικος αναρωτιέται: Πού να πάω; Πού να ζήσω; Πού να κάνω τα ψώνια μου;
«Το απόθεμα κοινωνικών κατοικιών στη Βαρκελώνη είναι πολύ περιορισμένο και η προσπάθεια εξασφάλισης διαμερίσματος θυμίζει πραγματικό λαχείο»
Ποια μέτρα έχει λάβει η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων προβλημάτων. Θεωρούνται επαρκή αυτά από τους πολίτες;
Η κυβέρνηση της Καταλονίας επιχειρεί να καλύψει σοβαρά κενά στον νόμο του 2023 για τη στέγαση. Ωστόσο, η διαδικασία προχωρά με αργούς ρυθμούς – υπερβολικά αργούς. Σημαντική ανάμεσα σε αυτές τις προσπάθειες είναι η πρόσφατη συμφωνία για τη ρύθμιση των βραχυπρόθεσμων μισθώσεων (όπως οι εποχικές μισθώσεις και η ενοικίαση δωματίων)· αυτές πρόκειται να υπαχθούν στους ίδιους κανόνες που ισχύουν για τις συμβατικές μισθώσεις κατοικιών μακράς διάρκειας, εκτός εάν αποδειχθεί ότι εξυπηρετούν αποκλειστικά σκοπούς «αναψυχής». Εδώ ακριβώς έγκειται το πρόβλημα.
Στα σχέδια περιλαμβάνεται επίσης η σύσταση ελεγκτικής αρχής για τον εντοπισμό και την επιβολή κυρώσεων σε περιπτώσεις απάτης, καθώς και η εφαρμογή νέων πολεοδομικών εργαλείων στη Βαρκελώνη, με στόχο τον περιορισμό της χρήσης κατοικιών για σκοπούς άλλους πλην της μόνιμης διαμονής και την ενίσχυση του ρόλου τους ως κύριων κατοικιών.
Ωστόσο, όλα αυτά κρίνονται ανεπαρκή. Μάλιστα, κάνουν ήδη την εμφάνισή τους αγγελίες που περιγράφουν διαμερίσματα ως χώρους για χρήση «αναψυχής, πολιτιστικών δραστηριοτήτων ή ελεύθερου χρόνου», καθώς και συμβόλαια στα οποία οι ενοικιαστές αποποιούνται το καθεστώς του μόνιμου κατοίκου – κινήσεις που αποσκοπούν σαφώς στην παράκαμψη των ρυθμίσεων για τις τιμές. Πρόκειται για δόλιες πρακτικές που στοχεύουν στη διατήρηση των τιμών σε επίπεδα πολύ υψηλότερα από τα νόμιμα όρια. Και κανείς, απολύτως, δεν φαίνεται πρόθυμος να αντιμετωπίσει τη ρίζα του προβλήματος.
Αν και το «πάγωμα» των τιμών για τις κύριες κατοικίες απέδωσε καρπούς σε κάποιον βαθμό —τουλάχιστον στη Βαρκελώνη—, το γεγονός παραμένει ότι οι τιμές ήταν ήδη τόσο υψηλές, ώστε το μέτρο αποδείχθηκε σαφώς ανεπαρκές. Το απλό πάγωμα των τιμών δεν αρκεί πλέον· απαιτείται δραστική μείωσή τους, δεδομένου ότι, επί σειρά ετών, οι περισσότεροι ενοικιαστές στη Βαρκελώνη δαπανούν πάνω από το μισό του μισθού τους για το ενοίκιο. Πρόκειται για μια μη βιώσιμη κατάσταση. Απέχουμε πολύ από το να έχουμε λογικές τιμές.
Επιπλέον, οφείλουμε να είμαστε πιο τολμηροί στα αιτήματά μας —για παράδειγμα, επιμένοντας σε συμβάσεις μίσθωσης αορίστου χρόνου, απαγορεύοντας ρητά τις αγορές με κερδοσκοπικό χαρακτήρα ή κατασκευάζοντας περισσότερες κατοικίες κοινωνικής στέγασης. Το απόθεμα κοινωνικών κατοικιών στη Βαρκελώνη είναι πολύ περιορισμένο και η προσπάθεια εξασφάλισης διαμερίσματος θυμίζει πραγματικό λαχείο. Το έχω δοκιμάσει και εγώ η ίδια.
«Η κατάσταση των εργαζομένων στον τουριστικό κλάδο είναι από τις πιο επισφαλείς»
Στην Ελλάδα, η τουριστική «πίεση» επικεντρώνεται κυρίως στα νησιά και συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών. Συμβαίνει κάτι αντίστοιχο στην Ισπανία; Υπάρχουν περιοχές ή περίοδοι του χρόνου που η πίεση αυτή είναι εντονότερη;
Πράγματι, στα Κανάρια και τις Βαλεαρίδες Νήσους εξακολουθεί να υφίσταται έντονη εποχικότητα· ωστόσο, σε πολλές τουριστικές περιοχές της Ισπανίας (αν και όχι σε όλες), παρατηρούμε μια ισχυρή τάση «απο-εποχικοποίησης» — μια μεταβολή που ενθαρρύνεται και προωθείται από τους ίδιους τους θεσμούς.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Βαρκελώνη. Ο οργανισμός τουρισμού της πόλης προβάλλει την εικόνα ενός προορισμού ανοιχτού, προσβάσιμου και έτοιμου να υποδεχθεί επισκέπτες καθ' όλη τη διάρκεια του έτους.
Αν και η προσέγγιση αυτή απέχει πολύ από το να αποτελεί μέτρο «απο-ανάπτυξης» —όπως ισχυρίζονται ορισμένοι πολιτικοί— συνεπάγεται εξίσου ολέθριες συνέπειες: μια συνεχή, μαζική ροή επισκεπτών και μια πόλη όπου τα περισσότερα ξενοδοχεία λειτουργούν με πλήρη πληρότητα κάθε μήνα του χρόνου.
Στην Ελλάδα, οι εργαζόμενοι στον τουρισμό απασχολούνται κυρίως εποχικά (μέχρι έξι μήνες). Συμβαίνει κάτι αντίστοιχο στην Ισπανία;
Η κατάσταση των εργαζομένων στον τουριστικό κλάδο είναι από τις πιο επισφαλείς. Τα περισσότερα ξενοδοχεία και εστιατόρια βασίζονται σε προσωρινό προσωπικό, το οποίο απασχολείται με συμβάσεις εξαιρετικά ασταθείς και χαμηλών αποδοχών. Επιπλέον, πολλοί από αυτούς τους χώρους εργασίας δεν πληρούν τα βασικά πρότυπα επαγγελματικής ασφάλειας —ένα πρόβλημα ιδιαίτερα έντονο το φετινό καλοκαίρι λόγω των ακραία υψηλών θερμοκρασιών.
Υπάρχει επίσης το παράδοξο πολλοί από αυτούς τους εποχικούς εργαζόμενους να μην έχουν πλέον την οικονομική δυνατότητα να πληρώσουν το ενοίκιο στις περιοχές όπου εργάζονται. Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στις Βαλεαρίδες Νήσους, όπως η Ίμπιζα και η Μαγιόρκα, όπου πολλοί εργαζόμενοι στον τουρισμό αναγκάζονται να κατασκηνώνουν ή να ζουν στα αυτοκίνητά τους.
Πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια, ένας εργαζόμενος στον τουρισμό μπορούσε να πάει στην Ίμπιζα για το καλοκαίρι, να ζήσει αξιοπρεπώς και να επιστρέψει στο σπίτι του έχοντας συγκεντρώσει σημαντικές οικονομίες. Αυτό δεν ισχύει πλέον. Επιπλέον, το προσωπικό καθαριότητας των ξενοδοχείων αποτελείται συχνά από μετανάστριες που ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας· έρχονται αντιμέτωπες με την εκμετάλλευση και είναι έρμαια των εργοδοτών τους, ενώ πολλές εργάζονται χωρίς ασφαλιστική κάλυψη.
Εντυπωσιακά είναι και τα εξής στοιχεία: την ώρα που ο τουρισμός αναπτύσσεται, όλο και λιγότεροι άνθρωποι έχουν πρόσβαση στην αναψυχή και τον ελεύθερο χρόνο/ξεκούραση. Στην Καταλονία, πάνω από το 30% του πληθυσμού δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να πραγματοποιεί διακοπές μίας εβδομάδας εκτός σπιτιού κάθε χρόνο.
Αυτό συνεπάγεται κάτι σημαντικό: όσο κι αν ακούμε ότι ο τουρισμός παράγει πλούτο, εγείρεται το ερώτημα — για ποιον; Στοιχεία από την Ισπανία αναδεικνύουν επίσης ότι οι περιοχές που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον τουρισμό, όπως τα Κανάρια Νησιά, φιλοξενούν τους πιο φτωχούς πληθυσμούς.
Το γεγονός αυτό καταρρίπτει πλήρως τις προκαταλήψεις μας για τον τουρισμό, καθώς και τα συνθήματα που προωθούνταν επί χρόνια από τις αναπτυξιακές πολιτικές της εποχής του Φράνκο. Μας έλεγαν ότι ο τουρισμός αποτελούσε μια «καθαρή» πηγή πλούτου και ότι μια οικονομία κυριαρχούμενη από τον τουρισμό θα ευνοούσε την ανάπτυξη τόσο των ανθρώπων όσο και των περιοχών· ωστόσο, αυτό που διαπιστώνουμε τώρα είναι ότι τα «ψιλά γράμματα» εκείνης της συμφωνίας ήταν τεράστια — το κόστος ήταν, και παραμένει, εξαιρετικά υψηλό. Οι τίτλοι των ειδήσεων εστιάζουν συνήθως σε αυτά που «προσφέρει» ο τουρισμός, αλλά οφείλουμε να αναρωτηθούμε και για το τι αφαιρεί.
Τα τελευταία χρόνια, τόσο λόγω των συνθηκών εργασίας (αδυναμία εύρεσης κατοικίας στις τουριστικές περιοχές για διαμονή των εργαζομένων όπως ανέφερες και εσύ), όσο και λόγω του ύψους των μισθών, ρεπορτάζ στον ελληνικό τύπο μεταδίδουν ότι οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν προσωπικό. Συμβαίνει κάτι αντίστοιχο στη χώρα σας;
Είναι συνηθισμένο φαινόμενο να βλέπουμε στις ειδήσεις κάποιον ιδιοκτήτη επιχείρησης στον κλάδο της φιλοξενίας να κλαίει (προσέξτε την ειρωνεία), επειδή δεν βρίσκει άτομα πρόθυμα να εργαστούν για αυτόν. Ή να ακούμε για κάποιο ξενοδοχείο που αδυνατεί να ανοίξει εγκαίρως, καθώς δεν κατάφερε να προσλάβει το απαραίτητο προσωπικό.
Αυτές οι περιπτώσεις έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τους ηχηρούς τίτλους ειδήσεων που κάνουν λόγο για ρεκόρ επισκεπτών και κρατήσεων στην Ισπανία. Είναι παράδοξο το γεγονός ότι, τελικά, η πιο προφανής απάντηση δεν φαίνεται να περνά ποτέ από το μυαλό αυτών των επιχειρηματιών: Πληρώστε τους περισσότερα! Πληρώστε τους καλύτερα! Μοιραστείτε δίκαια τα κέρδη σας!



