Το Chancay είναι το πρώτο λιμάνι στις ακτές του Ειρηνικού τα βυθίσματα του οποίου επιτρέπουν σε megacontainer να καταπλέουν και να πραγματοποιούν φορτοεκφορτώσεις με ασφάλεια.
Αυτή η νέα γραμμή έχει υπολογιστεί ότι θα μειώσει τους χρόνους ταξιδιού αυτής της κατηγορίας πλοίων από 40 ημέρες σε 23. Επιπρόσθετα μέσο του συγκεκριμένου λιμένα η Κίνα θα συνδεθεί απευθείας με την Βραζιλία, την Κολομβία, τον Ισημερινό και την Χιλή μέσο σιδηροδρομικών γραμμών και οδικών δικτύων που ξεκινούν από τις χώρες αυτές και καταλήγουν στο εν λόγω λιμάνι.
Με τον τρόπο αυτό το Chancay θα μετατραπεί στην πύλη της Κίνας στη Λατινική Αμερική και όλοι αναμένουν πλέον ότι το διμερές εμπόριο Κίνας-Λατινικής Αμερικής θα διογκωθεί σε πρωτοφανείς όγκους.
«Η εξέλιξη αυτή αλλάζει το παιχνίδι», δήλωσε ο πρώην αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Έρικ Φάρνσγουορθ σχετικά με το λιμάνι και τη νέα ναυτιλιακή γραμμή.
Αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι πολύ μεγαλύτερες ποσότητες ευπαθών προϊόντων της Λατινικής Αμερικής μπορούν πλέον να ταξιδέψουν προς την Κίνα, το μεγαλύτερο έθνος εισαγωγής τροφίμων στον κόσμο.
Προς την άλλη κατεύθυνση, η Λατινική Αμερική θα αγοράσει σημαντικά αυξημένους όγκους κινεζικών βιομηχανικών προϊόντων. Συνολικά, το διμερές εμπόριο Κίνας-Λατινικής Αμερικής αναμένεται να διογκωθεί σε πρωτοφανείς όγκους.
Τα τελευταία χρόνια, η επέκταση της Κίνας στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική έχει αποτελέσει θέμα συζήτησης σε μεγάλους πολιτικούς και οικονομικούς κύκλους σε όλο τον κόσμο.
Ο λόγος είναι προφανής: το Πεκίνο θέλει να γίνει ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της περιοχής και παγκόσμιος ηγέτης στη χρηματοδότηση, την κατασκευή και τη λειτουργία θαλάσσιων τερματικών σταθμών.
Μέχρι σήμερα 22 χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής έχουν προσχωρήσει στην πρωτοβουλία Belt and Road, της Κίνας βοηθώντας την έτσι να επεκτείνει την παρουσία της σε μια περιοχή που κάποτε χαρακτηρίζεται ως η «πίσω αυλή» των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Cosco Shipping είναι ο μοναδικός φορέας εκμετάλλευσης, αφού το Περού απέσυρε μια αγωγή που αμφισβητούσε το καθεστώς της παρουσίας της στην περιοχή, χορηγώντας πλέον αποκλειστικά δικαιώματα με ελάχιστη διάρκεια 30 ετών.









