Στον πραγματικό κόσμο, όταν κάποιος αποπειραθεί να πουλήσει κάποιο προϊόν που δεν του ανήκει, θεωρούμε ότι διαπράττει αδίκημα. Για όσους λοιπόν δεν γνωρίζουν τον «virtual» κόσμο των αγορών, η είδηση της εβδομάδας δεν είναι ίσως ότι η Γερμανία απαγόρευσε τις ακάλυπτες ανοικτές πωλήσεις κρατικών ομολόγων μελών της ευρωζώνης, αλλά ότι αυτού του είδους οι πωλήσεις επιτρέπονται μέχρι σήμερα. Το διαβόητο naked short selling δεν είναι άλλωστε τίποτε άλλο από την «πώληση» χρηματοπιστωτικών προϊόντων (όπως κρατικά ομόλογα ή ασφάλιστρα έναντι χρεοκοπίας) από επενδυτικούς οργανισμούς που δεν τα έχουν στην κατοχή τους, αλλά στοιχηματίζουν ότι η τιμή των συγκεκριμένων προϊόντων θα πέσει. Το 2008, η συγκεκριμένη πρακτική δεν επιδείνωσε απλώς τη θέση της Lehman Brothers – επί της ουσίας έσπρωξε την αμερικανική τράπεζα στον γκρεμό. Κι όμως, δύο χρόνια μετά την κορύφωση της κρίσης, οι οικονομίες της Δύσης βγαίνουν από την ύφεση χωρίς να έχουν στο μεταξύ προωθήσει ουσιαστικές αλλαγές στη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Με άλλα λόγια το πάθημα δεν έγινε μάθημα και όλα έδειχναν να επιστρέφουν στους φυσιολογικούς τους ρυθμούς, «σαν να μη πέρασε μια μέρα».
Από την Ελλάδα στην Ισπανία
Η διάθεση μακάριου εφησυχασμού όμως διαταράχθηκε, πρώτα με την προειδοποιητική «κανονιά» του Ντουμπάι και στη συνέχεια με την ελληνική κρίση. Αρχικά, η ευθύνη επιρρίφθηκε αποκλειστικά στην – πράγματι εγκληματική – διαχείριση των οικονομικών της χώρας μας από τις κυβερνήσεις της, ιδιαίτερα δε από την κυβέρνηση Καραμανλή. Προκειμένου μάλιστα να παρασχεθεί βοήθεια στην Ελλάδα, απαιτήθηκε η λήψη πρωτοφανών μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής, απαίτηση φυσικά που έγινε δεκτή. Όταν η κρίση επεκτάθηκε όμως και σε χώρες όπως η Ισπανία, οι οποίες δεν αντιμετώπιζαν πρόβλημα υπέρογκου χρέους, ούτε είχαν αδικαιολόγητα ελλειμματικούς προϋπολογισμούς μέχρι να εκδηλωθεί η παγκόσμια ύφεση, κατέστη σαφές ότι αλλού πρέπει να αναζητηθούν τα αίτια της κρίσης δανεισμού. Μέρκελ και Σαρκοζί άρχισαν να βάλλουν ομαδόν εναντίον των «κερδοσκόπων», η Κομισιόν καταφέρθηκε με οξείς χαρακτηρισμούς εναντίον των οίκων αξιολόγησης, το Ecofin και το Ευρωκοινοβούλιο κατέληξαν στη λήψη περιοριστικών μέτρων για την λειτουργία των επενδυτικών κεφαλαίων (hedge funds) και φτάσαμε πλέον στο σημείο να μελετάται η επέκταση της απαγόρευσης του naked short selling σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Κοινώς, τέθηκε επί τάπητος το θέμα της γενικότερης λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος και η Ευρώπη – υπό την αλλοπρόσαλλη ηγεσία της Γερμανίας – υιοθετεί φρασεολογία που παραπέμπει σε πόλεμο με τις αγορές.
Δύο προβλήματα
Η εν λόγω στρατηγική πάντως παρουσιάζει δύο προβλήματα που αναζητούν λύση: πρώτον, όπως έδειξε και το παράδειγμα της Ελλάδας, οι νευρικές λόγω της κρίσης αγορές μεγεθύνουν προβλήματα που ήδη υπάρχουν. Όπως οι «κερδοσκόποι» πάτησαν επάνω στο πρόβλημα του ελληνικού χρέους, έτσι και τώρα εκμεταλλεύονται εγγενείς αδυναμίες του ευρώ. Με άλλα λόγια, οι γνωστές οικονομικές ανισορροπίες της ευρωζώνης δεν θα διορθωθούν με την επιβολή περιορισμών στις ανεξέλεγκτες συναλλαγές παραγώγων. Δεύτερον, κανένα κράτος (ούτε βέβαια η Γερμανία) δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα μονομερώς. Αν τα hedge funds «ενοχληθούν» από τους κανόνες που επιβάλλει η Ευρωπαϊκή Ένωση, απλώς θα μετακομίσουν αλλού. Ούτε υπάρχει εφικτός τρόπος να επιβληθεί η απαγόρευση των ανοικτών πωλήσεων από μία μόνο χώρα. Υπό αυτήν την έννοια, η αιφνιδιαστική - και χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τους εταίρους της – απόφαση της Γερμανίας μπορεί να εξυπηρετούσε πολιτικούς σκοπούς (την εμπέδωση της ηγεμονικής θέσης του Βερολίνου στην Ε.Ε), αλλά δεν επιτυγχάνει τον τυπικό της στόχο (δηλαδή το σταμάτημα των στοιχημάτων σε κρατικά ομόλογα). Αντιθέτως, δημιουργεί υποψίες μήπως η Γερμανία γνωρίζει κάτι άσχημο και δεν το ανακοινώνει και άρα ενισχύει τις πιέσεις προς το ευρώ. Με άλλα λόγια, αποφάσεις για τη μεταρρύθμιση της λειτουργίας της αγοράς μπορούν να είναι αποτελεσματικές μόνο όταν είναι συλλογικές και μάλιστα παγκόσμιες.
Νίκος Χρυσολωράς