Η καθυστέρηση δεν είναι τυχαία και μετά από 6 χρόνια στον κλάδο νομίζω ότι μπορώ να διακρίνω τους λόγους. Εάν δεν δούμε κατάματα τις αιτίες που μας έχουν κρατήσει πίσω και δεν τις διορθώσουμε, θα παραμείνουμε ουραγός με ότι αυτό συνεπάγεται. Καθυστερήσαμε τη ψηφιακοποίηση όταν ο ΟΤΕ ήταν ακόμα κρατικό μονοπώλιο. Έγινε για να εξεταστούν επιλογές συμπαραγωγής εξοπλισμού υπό τη σκέπη του κράτους και αργότερα για να μπορέσει να βρεθεί ο τρόπος μοιρασιάς, από την τότε ηγεσία, ενός μεγάλου έργου ανάμεσα στους διαφόρους μνηστήρες. Αυτό κόστισε κάμποσα χρόνια αργοπορία. Σε έναν κλάδο όμως που οι τεχνολογίες εξελίσσονται με την ταχύτητα που αυτό γίνεται στις τηλεπικοινωνίες έστω και ένας χρόνος καθυστέρησης είναι ζημιά. Έτσι το 2004 μας βρήκε χωρίς ADSL, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη ήδη η τεχνολογία είχε επικρατήσει για να μην μιλήσω για την Άπω Ανατολή.
Είναι τώρα η σειρά της οπτικής ίνας στην πρόσβαση. Πριν από τρία χρόνια ο ΟΤΕ πρότεινε στην τότε Κυβέρνηση ένα μεγάλο σχέδιο κάλυψης της χώρας με οπτική ίνα. Η Κυβέρνηση, με την πλήρη συμφωνία της Ρυθμιστικής Αρχής τότε, είπε στον ΟΤΕ να μην προχωρήσει και μάλιστα τον απείλησε ότι αν το έκανε θα του έβαζε εμπόδια σε άδειες και πρόσβαση. Παράλληλα άρχισε να διαφημίζει ένα κρατικό έργο οπτικής ίνας σε συνδυασμό και με ανώνυμους ιδιώτες, χρησιμοποιώντας συνθήματα όπως ότι «η Ελλάδα από τελευταία θα γίνει πρώτη πηδώντας επάνω από τη Σουηδία», ότι «θα βάλει οπτική ίνα σε 2 εκατομμύρια σπίτια και διάφορα τέτοια. Τυπώθηκαν και πανάκριβες μπροσούρες. Ακολούθησαν αργότερα και άλλες, ακόμα πιο φιλόδοξες ανακοινώσεις για 4 εκατομμύρια σπίτια. Όπως όλοι γνωρίζουμε δεν έχει γίνει απολύτως τίποτα παρά μόνο μελέτες επί μελετών και σύμβουλοι επί συμβούλων. Το μόνο που όλοι συμφωνούν είναι να μείνει ο ΟΤΕ απ’ έξω, ή να συνεργαστεί σε σχήματα στην διαμόρφωση των οποίων δεν του επιτρέπεται να συμμετέχει».
Είπε ακόμα ότι, «όπως πολλά στη χώρα μας, η ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιών έχει περάσει στη σφαίρα του λαϊκισμού, των εξαγγελιών και σχεδίων που δεν έχουν βάση στην πραγματικότητα. Ίσως αυτά που λέω να φαίνονται υπερβολικά και σκληρά, αλλά η απόδειξη είναι ότι σε μία εποχή που οι χρήστες θα αυξάνονται και θα χρειάζονται όλο και μεγαλύτερες ταχύτητες και χωρητικότητες, συνεχίζουμε να υστερούμε κυνηγώντας χίμαιρες αντί να αντιμετωπίσουμε το θέμα πρακτικά και με ρεαλισμό. Πίσω βέβαια από τον λαϊκισμό, κρύβονται συχνά και συμφέροντα όπως «παρά να το κάνει ο τάδε ή ο δείνα, καλύτερα να μην γίνει καθόλου». Καταλήγοντας είπε πως, «Τι ζητάμε από το Κράτος; Δεν ζητάμε λεφτά, αλλά αδειοδοτήσεις, βοήθεια σε πρόσβαση, ταχύτερες αποφάσεις και γενικά θετική αντιμετώπιση. Να κόψει δρόμο μέσα από την γραφειοκρατία. Ζητάμε τέλος να πάρει στα σοβαρά τον ρόλο του σαν ο κύριος διαμορφωτής μιας εθνικής τηλεπικοινωνιακής στρατηγικής.
Έρχομαι τώρα στην Ρυθμιστική Αρχή, την ΕΕΤΤ. Ένα δίκτυο νέας γενιάς προϋποθέτει πολύ σοβαρές επενδύσεις και κινδύνους για τον επενδυτή. Για αρκετά χρόνια παραμένει ζημιογόνο, αυτό έχει δείξει η πείρα άλλων κρατών. Για να αποκτήσει η Ελλάδα NGΑ πρέπει η ΕΕΤΤ να λύσει το δίλημμα, επένδυση/ανάπτυξη ή ανταγωνισμό. Όταν η πλάστιγγα γέρνει υπερβολικά προς τον ανταγωνισμό χειροκροτούν οι πολιτικοί και οι καταναλωτές και ο Ρυθμιστής γίνεται δημοφιλής. Αλλά για λίγο. Θυσιάζονται οι επενδύσεις, τα χρήματα πηγαίνουν στη διαφήμιση ή σε μείωση τιμών, η χώρα μένει πίσω και τελικά θα την πληρώσει πάλι ο καταναλωτής και η ανάπτυξη».