Σύμφωνα με έκθεση της ΤτΕ, η εκτίμηση για καθοδική τροχιά του χρέους μεσοπρόθεσμα επιβεβαιώνεται από τις προβλέψεις διεθνών οργανισμών, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το ΔΝΤ, και συνάδει με τις θετικές ή σταθερές προοπτικές των οίκων αξιολόγησης για την πιστοληπτική ικανότητα του Ελληνικού Δημοσίου.
Οι προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος επιβεβαιώνουν τη σταθερή καθοδική πορεία του δημόσιου χρέους τα επόμενα έτη, με αυξημένη ανθεκτικότητα μεσοπρόθεσμα, αλλά και εντεινόμενους κινδύνους μακροπρόθεσμα λόγω της σταδιακής μετάβασης σε χρηματοδότηση με όρους αγοράς. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, το χρέος της γενικής κυβέρνησης αναμένεται να διαμορφωθεί σε 146,1% του ΑΕΠ το 2025 και σε 137,7% του ΑΕΠ το 2026.
Υπό την προϋπόθεση της προσήλωσης στην επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων και της αποτελεσματικής αξιοποίησης των ευρωπαϊκών πόρων, εκτιμάται ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ τίθεται σε σταθερή καθοδική τροχιά και οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες τίθενται κάτω από το όριο αναφοράς (15% μεσοπρόθεσμα και 20% μακροπρόθεσμα), με αυξημένη ανθεκτικότητα σε μια σειρά από αρνητικές επισφάλειες μεσοπρόθεσμα.
Με βάση την ιστορικά παρατηρούμενη αβεβαιότητα γύρω από την εξέλιξη των κύριων προσδιοριστικών παραγόντων, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα έχει μειωθεί σε βάθος πενταετίας με πιθανότητα που υπερβαίνει το 80%.
Αβεβαιότητα και παράθυρο ευκαιρίας
Ωστόσο, μακροπρόθεσμα εκτιμάται αυξημένη αβεβαιότητα, καθώς τα υφιστάμενα θετικά χαρακτηριστικά του δημόσιου χρέους δεν είναι μόνιμα. Το δημόσιο χρέος επωφελείται από τους ευνοϊκούς όρους αποπληρωμής των δανείων που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο των προγραμμάτων χρηματοδοτικής στήριξης. Τα δάνεια αυτά χαρακτηρίζονται από εξαιρετικά μακροχρόνιες λήξεις με τελευταία αποπληρωμή το 2070, προνομιακά επιτόκια και άλλες διευκολύνσεις που περιορίζουν σημαντικά τις ετήσιες ανάγκες χρηματοδότησης.
Επιπλέον, η έγκαιρη σύναψη συμφωνιών ανταλλαγής επιτοκίων (swaps) από τον ΟΔΔΗΧ έχει μηδενίσει την έκθεση στον επιτοκιακό κίνδυνο μεσοπρόθεσμα, “κλειδώνοντας” τα χαμηλά επιτόκια της προηγούμενης περιόδου και μετατρέποντας ουσιαστικά το σύνολο του δημόσιου χρέους σε χρέος σταθερού επιτοκίου. Τα παραπάνω ευνοϊκά χαρακτηριστικά παρέχουν ένα σημαντικό παράθυρο ευκαιρίας προκειμένου το δημόσιο χρέος να παραμείνει βιώσιμο κατά την επερχόμενη σταδιακή λήξη και αντικατάσταση των δανείων που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο των μνημονίων με νέο δανεισμό από τις αγορές.
Προϋποθέσεις για να αξιοποιηθεί αυτό το παράθυρο ευκαιρίας είναι η διαφύλαξη της δημοσιονομικής αξιοπιστίας, η συνεχιζόμενη προσήλωση στις μεταρρυθμίσεις και η αποτελεσματική απορρόφηση των ευρωπαϊκών πόρων.








