Σε ετήσια βάση, τα θεμελιώδη μεγέθη της ελληνικής αγοράς παραμένουν ανθεκτικά. Η ζήτηση σε διανυκτερεύσεις αυξήθηκε κατά 3%, υπερβαίνοντας την αύξηση της προσφοράς που διαμορφώθηκε στο 2%, γεγονός που αποτυπώνει το διαρκές ενδιαφέρον των ταξιδιωτών. Η πληρότητα υποχώρησε οριακά κατά 1%, στο 60,7%, κυρίως επειδή τα υφιστάμενα ακίνητα ήταν διαθέσιμα για περισσότερες ημέρες μέσα στο έτος και όχι λόγω εξασθένισης της ζήτησης.
Παράλληλα, η μέση ημερήσια τιμή (ADR) μειώθηκε κατά 3%, από τα 143 ευρώ το 2024 στα 139 ευρώ το 2025, ακολουθώντας τη γενικότερη ευρωπαϊκή τάση. Ως αποτέλεσμα, τα συνολικά ετήσια έσοδα παρέμειναν σε γενικές γραμμές σταθερά. Συνολικά, τα στοιχεία καταδεικνύουν μια αγορά που εξισορροπεί μέσω τιμών και διαθεσιμότητας, και όχι μέσω απότομης κάμψης της ζήτησης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι μόλις το 12% των Ελλήνων οικοδεσποτών εφαρμόζει στρατηγικές διαχείρισης εσόδων, όταν στις ΗΠΑ το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται στο 52%. Μόνο τρεις ευρωπαϊκές χώρες εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά από τις ΗΠΑ: η Πολωνία (59%), η Ουγγαρία (58%) και η Ολλανδία (54%). Αντίθετα, ακόμη και σε ώριμες αγορές τα ποσοστά παραμένουν χαμηλά, όπως στην Ισπανία (24%) και στη Γερμανία (10%).
Η εικόνα στην Ευρώπη
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το 2025 χαρακτηρίστηκε από αισθητή επιβράδυνση της αύξησης της προσφοράς, κυρίως λόγω αυστηρότερων κανονιστικών πλαισίων. Οι διαθέσιμες καταχωρήσεις ανήλθαν κατά μέσο όρο σε 3,65 εκατ. ανά μήνα, καταγράφοντας ετήσια αύξηση 3,5%, έναντι 18,1% το 2024.
Η ζήτηση διανυκτερεύσεων έφτασε τα 470 εκατ. (+4,4% σε ετήσια βάση), οδηγώντας την πληρότητα σε άνοδο κατά 0,7%, στο 59%. Οι μέσες ημερήσιες τιμές (ADR) μειώθηκαν κατά 1,1% σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, με αποτέλεσμα το έσοδο ανά διαθέσιμο κατάλυμα (RevPAR) να υποχωρήσει οριακά κατά 0,4%, παρά τη βελτίωση της πληρότητας.
Αξιοσημείωτη είναι, ωστόσο, η άνοδος του δείκτη επαναλαμβανόμενων ενοικιάσεων (RRI), ο οποίος αυξήθηκε στους 10 από τους 12 μήνες του έτους, με μέσο όρο ανόδου 3%. Ο δείκτης αυτός αποτυπώνει τις τιμές των υφιστάμενων καταχωρήσεων, εξαιρώντας την επίδραση των νέων, και η άνοδός του υποδηλώνει τη σχετική τιμολογιακή ισχύ των καθιερωμένων επιχειρήσεων.
Όσον αφορά τις αρχές του 2026, η ζήτηση για χιονοδρομικούς προορισμούς εμφανίζεται μικτή, με θετικές επιδόσεις στη Γαλλία και την Ελβετία, αλλά πτώση στις ιταλικές περιοχές, παρά τη διεξαγωγή των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων.
Με την αύξηση της προσφοράς να παραμένει σε μονοψήφια επίπεδα και τη ζήτηση να συνεχίζει να την υπερβαίνει, η AirDNA εκτιμά ότι το 2026 ενδέχεται να αποδειχθεί μια απαιτητική χρονιά για την επιχειρησιακή αποδοτικότητα του κλάδου.



