Τασουλα Καραϊσκακη
«Ο μόνος τρόπος για να μην κάνεις λάθη είναι να μην κάνεις τίποτα». Την ολέθρια -σε δημόσιο και ιδιωτικό επίπεδο- αυτή τακτική ακολουθούν, σε κρίσιμα (και όχι μόνο) ζητήματα, κυβερνήσεις, αρμόδιοι, υπηρεσίες, πολίτες. Λόγια, λόγια, λόγια. Αντί για άμεση ανάληψη ευθύνης. Οχι την ευθύνη της απολογίας ή της αναδρομικής διόρθωσης, αλλά εκείνη της προληπτικής φροντίδας.
Πολυνομία, πληθώρα διοικητικών πράξεων, υψηλό κόστος συναλλαγών, γραφειοκρατία, διαφθορά, απραξία... Χαμηλές επενδύσεις, εύθραυστη δημοσιονομική κατάσταση, άρρωστη Τοπική Αυτοδιοίκηση, ενδοκυβερνητικό χρέος. Διαχειριστικές, όχι μεταρρυθμιστικές επεμβάσεις - δεν έρχονται ποτέ οι μεγάλες και σοβαρές μεταρρυθμίσεις...
Η πολιτική, από τέχνη του εφικτού, έγινε τεχνική για τη διατήρηση της εξουσίας, και δεν έχει καμία σχέση με την κλασική έννοια της πολιτικής, που είναι η αυτοδιεύθυνση της κοινωνίας από τα μέλη της, η λήψη αποφάσεων μέσα από δημόσια συζήτηση. Τα πολιτικά κόμματα έχουν μεταλλαχθεί σε ένα είδος καρτέλ, με μικρές μόνο οργανωτικές και ρητορικές διαφορές μεταξύ τους.
Το θέμα είναι ότι ένα ευθυνόφοβο αδρανές κράτος διαμορφώνει ευθυνόφοβους αδρανείς πολίτες. Δεν συμμετέχω στα κοινά γιατί εκτίθεμαι με τις θέσεις μου και δεν μένω κλεισμένος στο προστατευτικό καβούκι μου. Με το κοινωνικό σκηνικό να ευνοεί τη μικροαστική αδιαφορία, το βόλεμα, την απραξία και, τελικά, τη δυσπιστία απέναντι στη δημιουργία, οι νοοτροπίες και οι μηχανισμοί δεν προσαρμόζονται στην μεταβαλλόμενη πραγματικότητα. Οι πολίτες δεν αισθάνονται δεσμεύσεις τάξεως, περιβάλλοντος, ιδεολογίας, ούτε καν την υποχρέωση να συμβάλουν στη λειτουργία του δημοκρατικού συστήματος.
Ζούμε στην πιο επικίνδυνη περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας και δεν κάνουμε τίποτα για να σωθούμε. Μουδιασμένοι, ράθυμοι, αφήνουμε τις προειδοποιήσεις να κυλούν κάτω από την επιφάνεια ανούσιων, μικρών πραγμάτων. Μια αδιαφορία, που απαξιώνει το πολιτισμικό φορτίο της κοινωνίας, τους κοινωνικούς κανόνες και οδηγεί στην κοινωνική αποσύνθεση.
Χρειαζόμαστε, εδώ και τώρα, συμμετοχή στα κοινά. Και μια παιδεία που θα αναπτύσσει το αίσθημα της ατομικής και κοινωνικής ευθύνης αντί να αποτελεί προπαγανδιστικό μηχανισμό. Μια εκπαίδευση που θα βασίζεται στην πρωτοβουλία και στην ελεύθερη επιλογή αντί να επαναλαμβάνει αναχρονιστικά ιδεολογήματα.
Σκέφτομαι άρα υπάρχω, έλεγε ο Καρτέσιος. Υπάρχω για να είμαι ελεύθερος, έλεγε ο Αριστοτέλης. Είμαι ελεύθερος γιατί μπορώ ν' αγαπώ, έλεγε ο Ρολάν Μπαρτ. Λέξεις απλές, αλλά πυκνές σε νόημα. Το νόημα που χάσαμε.»
Καθημερινή
Κώστας Μποτόπουλος
«Εκ του αποτελέσματος η μέθοδος αποδεικνύεται επιτυχημένη: κάθε φορά που η κυβέρνηση στριμώχνεται, εκτρέπει τον δημόσιο διάλογο σε άσχετα, γενικά και εν πολλοίς επίπλαστα ζητήματα. Η αντιπολίτευση αιφνιδιάζεται και το κοινωνικό σώμα παραπλανάται: ξεχνάει ή υποβιβάζει τα σημαντικά, δηλαδή τον τρόπο που κυβερνάται η χώρα, και μηρυκάζει τα δευτερεύοντα. Στη γλώσσα των επικοινωνιολόγων αυτό λέγεται «αλλάζουμε την ατζέντα». Στη δική μας γλώσσα, ήττα της πολιτικής.
Τα παραδείγματα είναι πολλά και η χρήση τους συστηματική. Εν μέσω προϋπολογισμού, του δεύτερου στη σειρά (ακολούθησε, σε θητεία τριών χρόνων, και τρίτος) που η κυβέρνηση ήξερε ότι δεν θα τηρούσε - και πάντως ήθελε να αποφύγει να συζητήσει -, έγινε η στροφή διά του αναθεωρητικού αρραβώνος. Σαν να ήταν το Σύνταγμα το πρόβλημα της χώρας, ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: διαθέτουμε ένα συγκριτικά καλό ρυθμιστικό πλαίσιο, το οποίο όχι μόνο δεν εκμεταλλεύονται επαρκώς αλλά και διαστρεβλώνουν - καταλήγοντας να απονομιμοποιούν - όσοι ασκούν εξουσία, με πρωταθλήτρια τη σημερινή κυβέρνηση. Αποτέλεσμα: η θεσμική θεωρητικολογία ακυρώνει την πολιτική αποτίμηση και απόδοση ευθυνών, θέτοντας συγχρόνως σε διακινδύνευση τα ίδια τα θεσμικά αγαθά που υποτίθεται ότι σκοπό είχε να ενδυναμώσει. Το έχω πει αρκετές φορές: από την εν εξελίξει συνταγματική αναθεώρηση μπορούμε να χάσουμε πολλά και να κερδίσουμε ελάχιστα. Λίγο αργότερα είχαμε την ομοβροντία κυβερνητικού λόγου περί «με