Το ίδιο μήνυμα είχε σταλεί το 2001, με αφορμή την επιχειρηθείσα μεταρρύθμιση Γιαννίτση· η τότε απεργία μάλιστα απετέλεσε, σύμφωνα με πολλούς, την πρώτη στρατηγική ήττα της κυβέρνησης Σημίτη στο κοινωνικό πεδίο.
Η κοινωνία φοβήθηκε τότε, φοβάται και τώρα. Φοβάται ότι θα χάσει όσα με κόπο έχουν κερδηθεί στη μεταπολεμική εποχή, τα θεμέλια της ευημερίας και του κοινωνικού συμβολαίου που λειτούργησε όλα αυτά τα χρόνια στις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης.
Ασφαλώς ο παγκόσμιος καταμερισμός εργασίας δεν είναι ο ίδιος με ό,τι συνήθισαν οι Ελληνες και οι άλλοι Ευρωπαίοι εργαζόμενοι τις περασμένες γενιές. Η υπογεννητικότητα, η ρευστοποίηση των συνόρων και η μαζική μετακίνηση πληθυσμών, η φθηνή εργασία στην Απω Ανατολή, η αποβιομηχάνιση της Δύσης, αλλάζουν δραματικά τα δεδομένα της εργασίας και της ασφάλισης. Αλλά πώς θα αποδεχθεί ο Ευρωπαίος εργαζόμενος τη βίαιη εξίσωσή του, μισθολογικά και ασφαλιστικά, με τον εργαζόμενο της Ινδονησίας, των Φιλιππίνων ή της Κίνας;
Το πρόβλημα άρα δεν είναι τεχνικό, δεν είναι καν οικονομικό, μόνο. Είναι πρωτίστως κοινωνικό και πολιτικό. Και δεν είναι πρόβλημα που λύνεται με βολονταριστικούς σπασμούς, δογματικές συλλήψεις και αγνόηση της κοινωνίας: των φόβων και των ανησυχιών του κόσμου της εργασίας. Η κυβέρνηση φαίνεται να επιχειρεί τη λύση ενός μείζονος προβλήματος χωρίς να έχει επί της ουσίας επεξεργασμένη πλατφόρμα, με ιδέες, προσεγγίσεις, στοιχεία, μοντέλα, εναλλακτικές μια Λευκή Βίβλο, που να προσφέρει προϋποθέσεις για ουσιώδη συζήτηση και να επισημαίνει τους κινδύνους που εγκλείει η «μη λύση». Εθεσε το ζήτημα πρόχειρα, χωρίς ατζέντα, χωρίς πειστικά στοιχεία· βολιδοσκοπώντας προθέσεις και ανιχνεύοντας τα αμυντικά αντανακλαστικά των κοινωνικών εταίρων.
Μετά τη μεγάλη απεργία, η κυβέρνηση πιθανότατα να αναδιπλωθεί, να έχουμε δηλαδή επανάληψη του «φαινομένου Γιαννίτση» το 2001. Το δεύτερο στάδιο ίσως είναι η τακτική υποχώρηση και η παραπομπή του θέματος στο μέλλον: ας το λύσουν άλλοι...
Η επιστροφή όμως στην αδράνεια, το πάγωμα της συζήτησης, δεν ωφελεί κανέναν και προπάντων τους ανησυχούντες εργαζόμενους. Τα ταμεία δεν θα εξυγιανθούν με κούρα ακινησίας.»
Νίκος Γ. Ξυδάκης
Καθημερινή
«Ακόμη και κυβερνητικοί παράγοντες παραδέχονται πως η συμμετοχή στην απεργία και στις συγκεντρώσεις ήταν μεγάλη. Και, πράγματι, ήταν από τις μαζικότερες των τελευταίων χρόνων και θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη αριθμητικά αν δεν υπήρχαν οι φόβοι των απολύσεων σε πολλούς εργαζομένους σε ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Από τα πιο σημαντικά στοιχεία της κινητοποίησης είναι η διάθεση ενός μεγάλου κομματιού της κοινωνίας ν' αμφισβητήσει και να διεκδικήσει και να μην κάτσει στον καναπέ. Κάνουν λάθος όσοι πιστεύουν πως το Ασφαλιστικό αποτελούσε τη μοναδική αιτία αυτής της πρωτόγνωρης κινητοποίησης. Ηταν και αυτή αλλά όχι μόνο. Ηταν η αγωνία των νέων (μεγάλη η συμμετοχή των νεαρών ηλικιών) για την ανεργία, την αναξιοκρατία, τον κομματισμό. Ηταν η κραυγή των εργαζομένων των 600 και 700 ευρώ. Ηταν η οργή όσων βρίσκονται κοντά στη συνταξιοδότηση για όσα τους ετοιμάζουν. Ηταν η απελπισία για την ακρίβεια που θεριεύει, τους φόρους που επιβάλλονται, τις υπηρεσίες υγείας και παιδείας που συνεχώς υποβαθμίζονται, τις κάμερες που αποφάσισαν να ενεργοποιήσουν για να καταγράφουν τους διαδηλωτές.
Ηταν πολλές οι αιτίες που οδήγησαν τα ανθρώπινα αυτά ποτάμια στο κέντρο της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και των άλλων πόλεων. Σωρευμένα πιεστικά προβλήματα και ανάγκες ήταν όλα αυτά που οδήγησαν στη μαζική συμμετοχή. Και αυτό το μήνυμα δεν μπορεί παρά να το πήρε η κυβέρνηση, παρά τα όσα ισχυρίζεται για το αντίθετο, όπως φάνηκε από τις χθεσινές δηλώσεις του αναπληρωτή κυβερνητικού εκπρόσωπου. Γιατί, αν το μήνυμα δεν ελήφθη, η συνέχεια θα είναι ιδιαίτερα άσχημη για την ίδια την κυβέρνηση...»
Γιάννης Παντελάκης
Ελευθεροτυπία